Ιστορίες Ασφυξίας

Fly από τον Sugahtank Γιάννη Ρουμπάνη

Έντρομο Έντομο

Πρέπει σε κάποια ζωή να ήταν έντομο. Όχι από αυτά που σκοτώνονται εύκολα πέφτοντας με ορμή σε κάποιο τζάμι, ούτε από αυτά που δεν πρόσεξαν και συνθλίφτηκαν μέρα μεσημέρι.

Είμαι βέβαιη πως σε κάποια ζωή θα ήταν έντομο. Αρχικά, έχει μια καρδιά που πιάνει χώρο σε όλο το σώμα. Ζει με αυτή, μέσα σε τομές και έτσι πετά ως έντρομο και έντομο. Δεν αναπνέει. Η εκπνοή και εισπνοή γίνεται αυτόματα από τις τομές στα πλευρά που πότε είναι ανοιχτές και πότε κλειστές. Είμαι βέβαιη πως σε κάποια ζωή θα ήταν έντομο. Έντιμο έντομο, αφού όσο το ‘ξερα μου φαινόταν ίδιο και απαράλλαχτο. Ύστερα έμαθα πως δεν άλλαζε εύκολα όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη. Έπρεπε να σπάσει το σκληρό του κέλυφος για να μπορέσει αυτό να αλλάξει σχήμα, να μεγαλώσει.

Έπρεπε να σπάσει το σκληρό του κέλυφος και όσο αναδιαμορφώνεται χωρίς αυτό, να παραμένει σχεδόν εκτεθειμένο στο χτ ύπημα του αέρα και του χεριού, του χεριού και του αέρα, του αέρα που προκαλεί το χέρι που με φόρα χτυπά. Πρέπει σε κάπ οια ζωή να ήταν έντομο. Δεν το χαρακτηρίζω βέβαια ”έντομο” υποτιμητικά, αλλά και πάλι μέλισσα δεν ήταν εργατική ή μερμήγκι ταπεινό.

Πρέπει να ήταν έντομο, μα σίγουρα δε φώτιζε στα βράδια σα λιβελούλα, ούτε σε τρόμαζε σαν μπάμπουρας. Πρέπει να ήταν έντομο με φτερά μικρά. Από αυτά τα φτερά που σε ταξιδεύουν πιο πέρα. Κανένας θαυμασμός για χρώματα και μάτια ανοιχτά σε φτερά μετάξια.

Πρέπει να ήταν μύγα. Αυτό είναι! Πρέπει να ήταν ένα έντιμο, έντρομο, έντομο που με τη μεγάλη του καρδιά και τις τομές στο σώμα να μπαινοβγαίνει αέρας, με τα φτερά του τα μικρά και το δικό του σχήμα, απλώς πέρασε. Δεν έχτισε και δούλεψε εδώ, δεν κουβάλησε, δε φώτισε, δεν τρόμαξε, δεν εντυπωσίασε, μα πέρασε και τότε θυμάμαι πως ήταν ζεστό το καλοκαίρι

Το Παράθυρο

Το παράθυρο είναι ανοιχτό. Ο αέρας πηγαίνει και έρχεται. Εγώ πηγαίνω και έρχομαι.Η σύγκρουση μετωπική. Σκληρός καιτραχύς , δεν ήταν άυλος και από μέσα μου δεν περνούσε. Το παράθυρο συνέχιζε να είναι ανοιχτό και η ανάσα άγνωστο πότεθα επανέλθει.

Μου φαίνεται πως πάει καιρός που πάω και έρχομαι. Θέλω πια να πάψω και να μείνω. Να μείνω σε μια θέση που ο αέρας θα μου είναι αρκετός. Μήπως δίπλα στο παράθυρο, μήπως έξω στο μπαλκόνι; Χωρίς αναπνοή δική σου, δανείζεσαι. Ύστερα, τα δανεικά είναι αγύριστα, επειδή ποτέ δε γυρίζεις. Έτσι, τόσο καιρό, πάω και έρχομαι. Πάω εκεί και έρχομαι από αλλού, μα τώρα πια θέλω να μείνω. Να μείνω σε μια θέση που ο αέρας θα μου είναι αρκετός. Να μπορώ να αναπνέω ξανά μόνος. Ποια θέση να διαλέξω τώρα, πού να σταθώ πια, ο αέρας ανάμεσα από τα πόδια της ήταν ο πιο φρέσκος. Ποια θέση είναι η κατάλληλη πια; Ο αέρας της ενώ βημάτιζε, έφτανε για την ανάσα.

Πού να ‘ξερα πως όλοι οι αέρηδες δεν πάνε και έρχονται; Εκείνος ο αέρας της μόνο πάει και εγώ όσο απομακρύνεται, ίσα που προφταίνω και εκπνέω.

Το παράθυρο είναι ανοιχτό. Ο αέρας πηγαίνει και έρχεται και εγώ στέκομαι στο πλαίσιο. Είναι αυτός ο αέρας ασφαλής και εγώ μόνος.

 

pic by Sugahtank Γιάννη Ρουμπάνη

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *