Στο φαγητό πρόσθεσα λίγη αδιαφορία και κάτι κλεμμένες ματιές που περίσσεψαν από την προηγούμενη χρονιά. Δεν νοστίμισε καθόλου. Το έφαγα ανόρεχτα μασώντας 39 φορές την κάθε μπουκιά. Τουλάχιστον βγήκα από την υποχρέωση της σίτισης. Χθες το απόγευμα το κινητό κουδούνιζε συνεχώς. Αποπειράθηκα να το πετάξω απ’ το παράθυρο και το μόνο που κατάφερα ήταν να σπάσω το τζάμι. Σήμερα το σπίτι είναι παγωμένο με τους εσωτερικούς ανέμους να χτυπούν αλύπητα χορεύοντας επάνω στους μετρητές των μποφόρ. Έβαλα μια κουβέρτα στη θέση του τζαμιού που λειτουργεί και ως κουρτίνα. Έπειτα κοιτάχτηκα στον γερασμένο καθρέφτη. Μια ρυτίδα νυχτερινής υπερκόπωσης σκαρφάλωσε στο μέτωπο, δίπλα στις ρίζες των μαλλιών. Εγκαταστάθηκε εκεί και δεν λέει να φύγει. Κατέβασα την κουβέρτα απ’ το παράθυρο και σκέπασα την πλάτη μου. Κάπνισα ένα άνοστο τσιγάρο γιατί δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω. Το κινητό άρχισε πάλι να κουδουνίζει. Στην οθόνη αναβόσβησαν άγνωστοι αριθμοί και ονόματα φίλων. Απάντησα σε όλες τις κλήσεις. Ευχήθηκα καλή χρονιά στον υπάλληλο κάποιας εισπρακτικής εταιρίας. Ο εργοδότης είπε ότι δεν έχουμε δουλειά το σαββατοκύριακο. Ο σπιτονοικοκύρης μου ζήτησε ευγενικά το ενοίκιο. Απενεργοποίησα τη συσκευή χωρίς να την πετάξω πουθενά. Ντύθηκα με προσποιητή βιασύνη ενώ δεν υπήρξε κανένα σχέδιο εξόδου. Κατέβηκα τις σκάλες της πολυκατοικίας και η πόλη με υποδέχτηκε με λιγότερο κρύο από αυτό που με έδιωξε το σπίτι. Στους δρόμους δεν συνάντησα κανέναν γνωστό.

Μπήκα στο πρώτο μπαρ που βρήκα μπροστά μου. Οι πελάτες γύρισαν και με κοίταξαν. Κάποιος με ακολούθησε με το βλέμμα του ώσπου να καθίσω στην μπάρα. Έπειτα με ξέχασε. Πήρα μια ζεστή σοκολάτα κι ένα ποτήρι ουίσκι. Η σοκολάτα μου ανακάτεψε το στομάχι. Την μπέρδεψα με το σκοτσέζικο απόσταγμα. Ήπια δυο γουλιές ακόμη και την παράτησα. Πήρα και δεύτερο ουίσκι.Ο μπάρμαν σημείωνε την κάθε παραγγελία σ’ ένα σπιράλ τετράδιο. Ο μπάρμαν σημείωνε και την κάθε μου κίνηση. Στο τρίτο ποτήρι η ανάσα μου πήρε φωτιά. «Απαγορεύεται το κάπνισμα». Η πλαστική ταμπέλα έχασκε πάνω απ’ το κεφάλι μου. Άναψα τσιγάρο. Ο μπάρμαν μού έφερε ένα πλαστικό ποτηράκι με νερό μέχρι τη μέση. Η στάχτη διαλυόταν με απεγνωσμένη χαρά ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Το τέταρτο ουίσκι ήταν κερασμένο από τον μπάρμαν. Το πέμπτο μού το κέρασε ο άγνωστος που πριν με ακολούθησε με το βλέμμα του. Του φάνηκα γνωστός από κάπου. Τον ευχαρίστησα για το κέρασμα και του είπα κάπως απότομα ότι δεν τον γνωρίζω. Δεν έδειξε να με παρεξηγεί. Το έκτο ποτήρι ήρθε ως φυσική συνέχεια όλων των άλλων. Το έβδομο κατέβηκε σαν νερό. Άναψα κι άλλο τσιγάρο. Το έσβησα μέσα στο όγδοο ποτό και ήπια το νερό του σταχτοδοχείου. Ο μπάρμαν μού είπε ότι είναι ώρα να πηγαίνω. Δεν είχα άλλη επιλογή.

Βγήκα απ’ το μπαρ με το κεφάλι μου να βρίσκεται σε κάποιον άγνωστο κόσμο. Άνοιξα το βήμα μου προσπαθώντας ταυτόχρονα να ισορροπήσω πάνω στους αρμούς του πεζοδρομίου. Κάποιοι λογομαχούσαν έντονα. Τους άκουγα κι ας μην υπήρχαν. Ο ένας επέμενε να κρεμάσει την κουβέρτα στο σπασμένο τζάμι και ο άλλος διαφωνούσε υποστηρίζοντας ότι πρέπει να σπάσουν και τα υπόλοιπα τζάμια του σπιτιού και όλης της πολυκατοικίας, ίσως και ολόκληρης της πόλης. Έφτασα στο σπίτι και ανέβηκα τις ανηφορικές σκάλες ως τον όροφο του διαμερίσματος. Μπαίνοντας μέσα δεν έδωσα καμία σημασία στο σπασμένο τζάμι. Έπεσα στο κρεβάτι με τα ρούχα και σκεπάστηκα ως τον λαιμό. Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος θυμήθηκα ότι στο μπαρ δεν ακουγόταν καθόλου μουσική.