Το ημερολόγιο στάζει λάθη

Ξύπνησα από έναν θυμωμένο ύπνο, άδειο από όνειρα και λοιπές αυταπάτες του υποσυνείδητου εαυτού, με τα μαλλιά ανάκατα στο κεφάλι και τη φλογισμένη άνοιξη να στέκει στο μπαλκόνι λουσμένη με φρέσκα μυρωδικά, με καπνισμένα μέλη, σ’ ένα δανεικό σπίτι με νοικιασμένα ντουβάρια, αρχαία, θλιβερά. Η ελπίδα παραμένει πάντα η πιο σατανική επινόηση αυτών που πρώτα σπέρνουν τον φόβο γύρω τους και μέσα σου και το προσωπικό ημερολόγιο στάζει λάθη καθημερινά και αδιάλειπτα. Η βραχνιασμένη ντουντούκα του παλιατζή διαφημίζει και σήμερα πραμάτειες και παλιοσίδερα. Τα μάτια μου θολώνουν πάνω από σελίδες αδιάβαστων βιβλίων που πήρα από το παζάρι. Σε μία από τις σελίδες, στο βαθύ κενό της, έγραψα ότι ανήκω στους χαμένους και το πίστεψα μέχρι που κοίταξα τα φορτωμένα ράφια, μέχρι που συνάντησα τους αιώνιους χαμένους των περασμένων γενεών και τους ήρωες των αναμνήσεων που ανήκουν σε όσους τους αγάπησαν. Έπειτα, ετοίμασα τον πρώτο καφέ της ημέρας διαγράφοντας με μπλε μελάνη την προηγούμενη από τον τοίχο της κουζίνας μου. Δεν ένιωσα ποτέ δυνατός διαγράφοντας ημέρες. Δεν διέγραψα ποτέ καμία μέρα. Τις κουβαλώ όλες κάτω από την επιδερμίδα μου. Στρώσεις από χάρτινες μέρες και χρόνια. Στρώσεις που κάποτε ζεσταίνουν και άλλοτε δροσίζουν, χλευάζουν και προσποιούνται οργασμούς, μα κυρίως αναμένουν, πάντα αναμένουν την επόμενη, τη νέα ανάδυση στο παρόν, στο δικό μου παρόν ή στο παρόν κάποιου άλλου θεατρίνου, κάποιου επαγγελματία τσαρλατάνου που κρύβει επιμελώς τα μυστικά της τέχνης του απ’ τους υπόλοιπους του είδους. Το ημερολόγιο στάζει λάθη, θρήνους, παιδικές ασθένειες και χαρές που σκίζουν την καρδιά σκορπίζοντας κομφετί στην άσφαλτο της βροχής. Δεν ανήκω στους χαμένους. Δεν ανήκω σε κανένα σινάφι. Είμαι ένα σινάφι, μόνος μου. Κι αυτό δεν είναι ούτε λυπηρό, ούτε περίεργο, ούτε επιλογή μου. Απλά, συμβαίνει.