Στη Σβώλου

Το σημειωματάριο έχει το χρώμα των μαλλιών της. Οι λέξεις μέσα του ζηλεύουν τη χάρη με την οποία κινείται στην κατηφόρα, έξω από τα ανοιχτά μαγαζιά, μακριά από τερματικές οθόνες και κλουβιά υπερπαραγωγής, κελύφη παραγωγικότητας. Κατεβαίνει τον δρόμο με τα χαλίκια και το κόκκινο χώμα της γριάς ερήμου, καθρεφτίζεται στις βιτρίνες τραγουδώντας κι ο αέρας παίζει με τα τσουλούφια του προφίλ της ραντίζοντας ζαχαρόνερο τα μάτια των περίεργων. Τα ξύλινα παιχνίδια ζωντανεύουν και τα φρούτα χαρίζουν τους χυμούς τους. Η δροσιά αγκαλιάζει την πόλη. Η πόλη ξεχνά τον θρήνο της. Οι στάσεις των λεωφορείων ανθίζουν χορογραφίες και οι κάδοι των σκουπιδιών μυρίζουν αλμύρα της κάπαρης…

… Ώσπου μια ριπή στολισμένη με ασήμι τη διαπερνά ολόκληρη παγώνοντας το καρέ, θολώνοντας τα χρώματα για πάντα.