Προσχέδιο ενός κειμένου

Κάλυψα τα γόνατα με το μαξιλάρι του ύπνου. Το ακούμπησα στερεώνοντάς το όσο καλύτερα μπορούσα. Πάνω του τοποθέτησα το πιάτο του φαγητού και δίπλα στο πιάτο ένα πιρούνι και την πετσέτα από λινό ύφασμα. Μέσα στο πιάτο έστησα το σκηνικό του πρόχειρου γεύματος που σκοπός του, πάντα, είναι να με κρατά δροσερό και ζωντανό.

Άρχισα να τρώω. Σε κάθε πιρουνιά το πιάτο χόρευε πάνω στο ασταθές, αυτοσχέδιο, τραπέζι. Κακή ιδέα.

Οι φωνές του δρόμου αποσπούσαν την προσοχή μου. Προσοχή που έπρεπε, ήταν απολύτως αναγκαίο, να είναι στραμμένη εξ ολοκλήρου στο γεύμα μου.

Ήπια μια γουλιά αναψυκτικού που, όμως, βρισκόταν πλάι στα πόδια μου στο πάτωμα και χρειάστηκε ιδιαίτερη αυτοσυγκέντρωση και ευλυγισία όσο και άπειρη χάρη σε συγκεκριμένες κινήσεις έτσι ώστε να μην γκρεμίσω τα αντικείμενα του γεύματος από τα γόνατά μου. Χαρούμενος που τα κατάφερα στην εντέλεια ήπια και δεύτερη γουλιά αναψυκτικού, μεγαλύτερη από την πρώτη.

Το τηλέφωνο κουδούνισε. Η συσκευή ήταν απελπιστικά μακριά μου. Έπειτα από μία παύση ενός λεπτού άρχισε και πάλι να κουδουνίζει.

Μασούσα αργά την κάθε μπουκιά. Πολλές φορές. Απολάμβανα το σύνολο των γεύσεων και την κάθε γεύση ξεχωριστά. Εκτιμούσα τον συνδυασμό τους, το γευστικό αποτέλεσμα, καθώς κατάπινα μετρώντας με κάποιο πρωτόγνωρο σύστημα μέτρησης, αξιολογώντας σε κλίμακες την προσφερόμενη ευχαρίστηση.

Το τηλέφωνο συνέχισε να κουδουνίζει με λύσσα.

Ακούμπησα το πιρούνι στο πιάτο, δάγκωσα την πετσέτα, σήκωσα το μαξιλάρι με τα δυο χέρια προσέχοντας την ανεξάρτητη κίνηση του πιάτου. Φτάνοντας στην τηλεφωνική συσκευή το κουδούνισμα σταμάτησε. Στάθηκα όρθιος μπροστά της. Η πετσέτα σάλιωνε παγιδευμένη στα δόντια. Τα χέρια ήταν φυλακισμένα κάτω από το μαξιλάρι του ύπνου. Το πιρούνι κροτάλιζε μέσα στο πιάτο απ’ το τρέμουλο των χεριών. Περίμενα. Το τηλέφωνο δεν κουδούνιζε. Η πετσέτα απορρόφησε όλα τα υγρά του στόματος. Τα χέρια συνέχισαν μετά βίας να στηρίζουν σε οριζόντια θέση το πρόχειρο τραπέζι του γεύματος. Περίμενα. Το τηλέφωνο άρχισε να κουδουνίζει.

Με το δεξί πόδι σήκωσα το ακουστικό με πολύ κόπο, ομολογώ, και το άφησα στο πλάι της τηλεφωνικής βάσης. Στην άλλη άκρη της ανοιχτής γραμμής δεν ακουγόταν τίποτα. Ρώτησα ποιος είναι αλλά η ερώτηση ήταν ένα συρτό μουγκρητό, σπηλαιώδες, πρωτόγονο. Το λινό ύφασμα εμπόδιζε τους ήχους να μεταμορφωθούν σε ανθρώπινη λαλιά. Στην άλλη άκρη της ανοιχτής γραμμής άκουσα μια γνώριμη φωνή να ρωτάει ποιος είναι, να λέει το όνομά μου κι έπειτα λάθος, λάθος. Η γραμμή έκλεισε. Σήκωσα το ακουστικό με το δεξί πόδι και το τοποθέτησα πάνω στην τηλεφωνική βάση. Ένιωσα μια κράμπα στο μεγάλο δάχτυλο. Πέρασε αμέσως. Κάνοντας μεταβολή επέστρεψα στην αρχική θέση.

Κάθισα ακουμπώντας το μαξιλάρι στα γόνατα έτσι ώστε να μοιάζει και πάλι με τραπέζι, έστω πρόχειρο. Έβγαλα το πιρούνι από το πιάτο αφήνοντάς το δίπλα, όπου ακριβώς βρισκόταν πριν ξεκινήσω να τρώω μόνο που τώρα είχε κάποια υπολείμματα αμάσητης τροφής και σάλιου. Έβγαλα, επίσης, την πετσέτα από το στόμα και ξεροκατάπια το τίποτα. Συνέχισα να τρώω μασώντας αργά και κατεβάζοντας κάθε μπουκιά με τη βοήθεια του αναψυκτικού. Μέσα στη μέση της ημέρας και την ώρα που, σχεδόν, όλα απαγορεύονται το τηλέφωνο άρχισε και πάλι να κουδουνίζει.