Κάτω απ’ τη βροχή, ξανά

Δεν ήξερα τι να περιμένω πέρα απ’ τη σκιά της σερβιτόρας πάνω απ’ το τραπέζι μου, πάνω απ’ το κεφάλι μου, να μου σερβίρει το σκληρό αλκοόλ μέσα σε διάφανο μπουκάλι των 250 ml, χωρίς πώμα, και πλάι ένα τόσο δα μικρό ποτήρι, ζεστό, σπασμένο στο χείλος του, γεμάτο άλατα δημιουργημένα από τη σκληρότητα του νερού. Άγουρες νεράιδες χόρευαν γύρω μου αγνοώντας τους εξωτικούς πρίγκιπες που τις κύκλωναν με τις σαΐτες τους να στάζουν μέλι κι αποστάγματα που σπάνια γεύονται ακόμα και οι θεοί. Σερβίρισα στον εαυτό μου τις πρώτες σταγόνες κάνοντας πέρα την άγρια μοναξιά που σάλευε αργά με όλα τα τιποτένια επίθετά της κάνοντας τη ζωή μου ακόμη πιο άχαρη. Όταν δεν κινείται τίποτα στον ορίζοντα, θόλωσε τον ορίζοντα. Κάνε οτιδήποτε για να πάψει να είναι ορίζοντας. Εναντιώσου σε κάθε οριζόντιο δημιούργημα της πραγματικότητας που δεν σε ενδιαφέρει. Δημιούργησε μια δική σου πραγματικότητα και ζήσε εκεί μέσα. Έπειτα, βάλε ακόμη ένα ποτό και τσούγκρισε το ποτήρι σου με το ποτήρι σου. Κέντησε λίγο τη σιωπή σου και βρέξε όσο θέλεις και μην βρέχεις.

Δεν ήξερα πως να ξεκινήσω, με ποιον τρόπο. Ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσεις είναι να μην ξεκινήσεις καθόλου. Κάθισε εκεί και περίμενε να κάνει την αρχή κάποιος άλλος εαυτός σου. Λιγότερο ευαίσθητος, λιγότερο διάφανος, περισσότερο εγκληματίας. Κάθισε εκεί που κάθεσαι και περίμενε το άγγιγμα των λεπτών δαχτύλων του γερασμένου κοριτσιού. Της γυναίκας που θα σε λυτρώσει από κάθε επικίνδυνο δρόμο κερνώντας τη σιγουριά του ανέφικτου.

Δεν ήξερα αν έπρεπε κάποια στιγμή να ζυγίσω το βάρος των λόγων με οποιοδήποτε άλλο κείμενο που δεν έχει γραφτεί ακόμη. Δεν άκουσα κανέναν λόγο, ούτε διάβασα τα άγραφα κείμενα των ιεραποστολών. Οπότε έμεινα να στέκω άπραγος κάτω απ’ τη βροχή, ξανά, βρεγμένος ως το μεδούλι των ξύλινων διαλόγων με το περιφραγμένο πανηγύρι να εξακολουθεί να χορεύει μέσα μου. Η ζυγαριά έσπασε μόνη, εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα κι αυτό, μπορώ να πω, είχε μια δική του, ξεχωριστή, χάρη.

Δεν ήξερα, κι ούτε έμαθα ακόμη, να υπολογίζω ως δικές μου τις ψιθυριστές συγνώμες που ξεστομίζουν τα χείλη του κερασιού αργά τη νύχτα. Έμεινα σίγουρος να κοιτάζω τα στολισμένα στήθη που αναπνέουν βόλτες στην παραλία με τα πάρκα των μοναστηριών. Τα μάτια μου δεν λογαριάζουν τίποτα, τα χέρια μου επίσης, τα πόδια μου το έχουν βάλει στα πόδια.

Δεν ήξερα, χωρίς τελεία, χωρίς ερωτηματικό, χωρίς μουτζούρες στα χέρια. Δεν ήξερα τι έπρεπε να πω.