Είσαι αυτός ή είναι εσύ;

Ένα κρεμασμένο πουκάμισο και γέλια κοριτσιών, αυτοκίνητα νεκρά και δυο αγόρια που ξεμακραίνουν με κοντά παντελόνια, σχισμένα στις άκρες, χωρίς γόνατα. Οι νέοι θαμώνες ψάχνουν καρέκλες φλερτάροντας με την πρώτη καλοκαιρινή νύχτα. Καθίσματα μακριά από υπόστεγα, κάτω από τα αστέρια του Ιουνίου. Ποτά ζεστά, παγωμένα, ανακατεμένα σε παρθένα στομάχια, αδούλευτα, με δίψα για μέθη και ζωή κι ελευθερία. Στομάχια και μυαλά μέσα σε υποψιασμένα κορμιά που αναζητούν το φιλί της νύχτας, ντυμένα με υφάσματα ασημιού και δαντέλες του δρόμου. Το soundtrack απόψε μυρίζει τεκίλα πορτοκάλι κι εξαργυρώνεται με τα κέρματα που περίσσεψαν από τη χθεσινή κραιπάλη. Ας είναι. Φώναξε ένα όνομα στην τύχη και κάποιος θα σ’ αγκαλιάσει. Θα έρθει από τις άγριες στέπες ή από τη διπλανή πλατεία φορτωμένος με το σακίδιο του ονείρου, τη σάκα του ταξιδιού. Θα σε βάλει εκεί μέσα δίπλα στις σελίδες της φωτιάς και θα σε πάει όπου αυτός θελήσει, όπου δεν φαντάστηκες ότι θέλεις να πας, ποτέ. Τα σκαλιά του θεάτρου, απέναντι, χειροκροτούν τους απόντες της παράστασης. Κρύβονται πίσω από τις ατάκες του έργου, φωτίζονται από τους προβολείς και τις γεννήτριες του καπνού. Σκέφτεσαι ότι λείπεις ενώ ονειρεύτηκες ότι βρίσκεσαι ήδη εκεί. Κάποιος σου πήρε τη θέση σιγοτραγουδώντας τον αγαπημένο σου σκοπό που σε ένα πάρτι σκαρφίστηκες κι έκανες αμέσως δικό σου. Είσαι αυτός ή είναι εσύ; Το ρολόι της εκκλησίας θα δείξει σε λίγο έντεκα και είκοσι τρία. Είναι νωρίς για οποιαδήποτε παράσταση, για οποιοδήποτε κείμενο, για όποια αγάπη και είναι αργά για όλα. Παραστάσεις, κείμενα, αγάπη, πολέμους. Το παιδί με τα τριαντάφυλλα στο βάζο σου μιλάει σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις. Κατέγραψα τα λόγια και κάθε κουβέντα του στην απόδειξη που μου έδωσε ο μπάρμαν λέγοντάς μου: θέλω μια γυναίκα με μικροσκοπικά δάχτυλα, να μου στρίβει το τσιγάρο, να μου κάνει έρωτα. Τον κοίταξα και του έδωσα πίσω την απόδειξη χωρίς να πω κουβέντα καθώς το τσιγγάνικο τύμπανο ήχησε στ’ αυτιά μου σκεπάζοντας τον βρυχηθμό του αεροπλάνου που στιγμάτισε την ησυχία του ουρανού της πόλης. Μια γυναίκα με μικροσκοπικά δάχτυλα, με δάχτυλα μικρά, να αγγίζει το κρεμασμένο πουκάμισο, να το αγκαλιάζει, να το απαγκιστρώνει απ’ την κρεμάστρα και με αργές κινήσεις να το φοράει κάνοντάς το δικό της, ένα με το κορμί και τον κόσμο της, λίγο μετά τις έντεκα και είκοσι τρία, απόψε τη νύχτα, μεθώντας τους λεπτοδείκτες κάθε επίδοξου εραστή που ψάχνει στην άκρη του γνωστού κόσμου να βρει την τελευταία απείραχτη τελεία και να αράξει για πάντα εκεί, χωρίς φυσικά να γνωρίζει ότι το για πάντα δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει.