Αχτίδες εξασθενημένων αστεριών

Η πόλη γέμισε λόγια. Έλα να μετρήσουμε τις ανατολές. Να αναμετρηθούμε μαζί τους, μαζί μας, οι δυο μας και κάνα δυο φίλοι ακόμα. Έλα να σβήσουμε τα άστρα σιωπηλοί, σαν παιδιά που ήδη τα έχουν πει όλα. Σαν κατσικοπόδαροι θεοί, θεότρελοι. Έλα να σβήσουμε τα άστρα γνέφοντας τον ουρανό με πίσσα. Μαζεύοντας τα λόγια της πόλης μέσα στα υγρά χέρια μας, στα μάτια μας που στάζουν πασχαλιές και ισορροπίες σε επικίνδυνα κάγκελα πλάι στο απόκρημνο του ορόφου. Ο φωταγωγός βλέπει στην ακρόπολη των χεριών σου, των λεπτεπίλεπτων μελών σου. Βλέπει στη σελήνη, στο τραπέζι εκείνο που μας περιμένει, βλέπει στο αχανές δικό (σου και μας), βλέπει στο χθεσινό μέλλον του λαμπρού αστεριού. Ο ακάλυπτος γδέρνει και γδέρνεται σε κάθε δύση. Μετρά τις λέξεις πριν γίνουν λόγια. Κερνάει την πόλη σκληρό αλκοόλ πριν οξειδωθεί ο νους και το κορμί του τραγόμορφου οίνου. Ο αναπτήρας δεν ανάβει μα με την τελευταία του σπίθα έβαλε φωτιά μία ολόκληρη πολιτεία. Μία πολιτεία που ακόμη φλέγεται κάτω από τις σκιές των βράχων μιας δύστυχης πλαγιάς. Η λαίλαπα δεν συνάντησε καμία αντίσταση, κανένα χειροκρότημα, καμιά ζητωκραυγή. Έλα να μαζέψουμε τις ανάγκες μας και να τις κάνουμε μπουκέτο. Να το δίνουμε ο ένας στον άλλον, εγώ σε σένα, εσύ σε μένα, στα θεμέλια των τρανών ξενοδοχείων με τα περίεργα ονόματα, στις πυλωτές των θεόρατων πολυκατοικιών με τα χαλασμένα θυροτηλέφωνα. Έλα να ανατείλουμε στον ουρανό χωρίς σύρματα, χωρίς σύρμα στο γαλάζιο του ανέμου, γαλάζιο χωρίς σύρμα, στο καλώδιο του ουρανού, σύρμα γαλάζιο του ουρανού. Έλα να σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι νωρίς, πριν ανατείλει ο πρίγκιπας, πριν ξεστομίσει την πρώτη νότα, πριν ψελλίσει το άσμα του, πριν χαράξει η επόμενη, νέα μέρα. Ετοίμασέ μου το σκούρο υγρό που θα με αφυπνίσει, να το γευτώ με μικρές γουλιές. Άναψέ μου το πρώτο τσιγάρο να το καταπιώ με κοφτές ρουφηξιές μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι δεν υπάρχουν ήσυχα πρωινά, μελωδίες αστεριών που πεθαίνουν, εύγευστα τσιγάρα, αχνιστά, σκούρα υγρά από χαρμάνια βραζιλιάνικα. Φρόντισέ με, έστω κι από την απόσταση που μας χωρίζει, μέχρι να καταλάβω ότι ο ύπνος που με επισκέπτεται στην πρωινή και άβολη καρέκλα είναι αυτός που άγαρμπα μου θυμίζει ότι το επόμενο μεγάλο ταξίδι ακόμη αργεί.