Χρεώνω

by Ελένη Bergman

Η μητέρα μου με χρέωσε με τον ψυχαναγκασμό της. Και απ’ τη γιαγιά μου πήρα, όλες της τις φοβίες. Από τον θείο μου, πήρα τα γαλάζια μάτια του και απ’ του πατέρα μου την αδελφή, χρεώθηκα τα μαύρα της μαλλιά.

Απ’ τη γειτονιά που μεγάλωσα και από τα παιχνίδια μου στο δρόμο, έξω από το σπίτι το ισόγειο, χρεώθηκα μια μεγάλη ουλή στο αριστερό μου γόνατο και από τον τότε γειτονά μας πήρα το ενδιαφέρον του για τα ρεμπέτικα τραγούδια.

Απ’ τον πατέρα μου μονάχα, κληρονόμησα τα οικονομικά του χρέη και ακόμα ξεπληρώνω τις αμαρτίες του και τα λάθη του σε τράπεζες και τοκογλύφους.

Αργότερα, στο δημοτικό που πήγα και μαθήτευσα, χρεώθηκα την πρώτη μου αγάπη και αμέσως μόλις μπήκα στο γυμνάσιο κάποιον άλλο, μεγαλύτερο χρέωσα κι εγώ με τη σειρά μου με ψεύτικες υποσχέσεις.

Στο λύκειο δανείστηκα βαθμούς από τους άριστους και σε εκείνους δίκαια οφείλω, το απολυτήριο που πήρα.

Στο δε πανεπιστήμιο, με ένα αυτόφωρο με φόρτωσαν για την πορεία του Πολυτεχνείου και τελικά με χρέωσαν με δυο σπασμένα τζάμια.

Όλη η ζωή μου τελικά ένα χρεωστικό χαρτί μοιάζει, και ίσως και να είναι, αλλά δεν έχει σημασία, ούτε με πολυνοιάζει.

Έτσι όπως τη δανείζομαι έτσι θα τη χαρίσω, κι έτσι όπως μου τη χρέωσαν, έτσι θα τους φεσώσω.

Η Πτώση της Εδέμ 

by Ισμήνη Δασκαρόλη

Κάποτε στον κήπο του Ουρανού έμενε ο Αδάμ και από το πλευρό του φύτρωσε η Εύα που εισάκουσε το φίδι και δοκίμασε τον απαγορευμένο καρπό της γνώσης της θνητότητας. Και ο Ουρανός ένιωσε προδομένος και έστειλε μεγάλη κατάρα να τους αποβάλλει από τον κήπο του και από τότε ολόκληρο το γένος έμελλε να κουβαλάει πάνω του το μέγιστο αμάρτημα. Αιώνες πέρασαν και κανείς δεν μπορούσε να το ξεπλύνει, μόνο περνούσε από μάνα σε παιδί και από παιδί σε πατέρα και ύστερα ο Ουρανός λυπήθηκε το γένος των ανθρώπων και κατέβηκε να πάρει αυτός το αμάρτημα, μα ο άνθρωπος δεν μπορούσε να επιστρέψει στον Κήπο, το αμάρτημα ήταν μεγάλο και αποφάσισε να θυσιάσει τον Ουρανό και να φέρει πάνω του ένα ακόμα αμάρτημα που ζητούσε συγχώρεση.

Ο άνθρωπος, δεμένος με τα πόδια στη γη και το κεφάλι στον αέρα δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει το γεγονός ότι δεν μπορούσε να πετάξει προς τον Ουρανό και έτσι έμελλε να τριγυρνά χαμένος ως αδικημένος Ίκαρος ανά τους αιώνες ζητώντας συγχώρεση από τον πατέρα του για να ξαναμπεί στον ιερό κήπο, συγχώρεση που ήταν αδύνατο να δοθεί.

Κάποτε ο Αδάμ κουρασμένος, γέρος και ταλαιπωρημένος καθώς ήτανε γύρισε και πάλι το κεφάλι στον Ουρανό, τον τόσο μακρινό να τον αντικρίσει. Τώρα με οργή άρχισε να χτυπά τα πόδια του δυνατά στην γη, να φωνάζει στον αγέρα και να απευθύνεται ψηλά στον Πατέρα του “Δεν μπορώ να γίνω σαν κι’εσένα, δεν μπορώ να σε φτάσω!” Και απάντηση δεν ήρθε, μόνο ο Ουρανός τον κοιτούσε και τα χρώματα του άλλαξαν καθώς οι ακτίνες του αγκάλιαζαν τον γιο και απλώνονταν στην γη καθώς ερχόταν νύχτα. Το παιδί του είχε χαθεί, τα θηρία είχαν πνιγεί και ψύχος είχε γεμίσει ολόκληρο τον κόσμο. Όσο ο Αδάμ περίμενε απάντηση γέμισε τον αέρα δηλητήριο. Η Εύα είχε επιστρέψει δυστυχισμένη στο πλευρό του Αδάμ και επιτέλους εκείνος περίμενε να πεθάνει. “Επιτέλους τώρα” σκέφτηκε, “Θα με συγχωρέσεις”. Ο Αδάμ απέθανε και ο Ουρανός θρήνησε τον χαμό του, τον πήρε στις αγκάλες του και η απάντηση επιτέλους ήρθε.

“Πως γίνεται ο Ουρανός να ζητάει συγχώρεση από τον εαυτό του; Εσύ είσαι ο Ουρανός, εσύ είσαι και το Φίδι και μαζί με τον κήπο που κατέστρεψες, κατέστρεψες και εμένα.”

εικονογράφηση: Παύλος Ρέγκλης