pic by Παύλος Ρέγκλης

Ο Άγιος και ο Δράκος

by Ισμήνη Δασκαρόλη

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό βασίλειο, είχε πέσει βαριά κατάρα από τους Θεούς και έστειλαν έναν Δράκο να ιεραρχεί και όλοι οι κάτοικοι του Βασιλείου τον έτρεμαν. Ο Δράκος παραφιλούσε την μοναδική λίμνη του Βασιλείου και κανείς δεν μπορούσε να πιει πλέον νερό, να ψαρέψει την τροφή του και να θρέψει την γη του χωρίς να του προσφέρει χάρη. Στο Βασίλειο έπεσε λιμός βαρύς και σύντομα οι κάτοικοι κατάλαβαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι.

Και γιατί ρωτάτε έπεσε αυτή η κατάρα; Γιατί οι Θεοί ήσαν τόσο σκληροί και επέλεξαν το μικρό βασίλειο να σπείρουν την ιδιαίτερη δικαιοσύνη τους;

Το μικρό Βασίλειο υπέφερε πολύ τα τελευταία χρόνια, από φουρτούνες και από εχθρούς, από εισβολείς και τυχοδιώκτες που εκμεταλλεύονταν τον λαό και τον ταλαιπωρούσαν. Ένας λοιπόν βρήκε το θάρρος και ένα βράδυ βαρύ κίνησε να τους σκοτώσει όλους και έτσι από το επόμενο πρωί κιόλας το Βασίλειο βρήκε ειρήνη και καθάρισε. Τότε όλοι οι κάτοικοι τον επευφήμησαν και του είπαν: “Εσύ γενναίε, πρέπει να γίνεις Βασιλέας, θα γίνουμε εμείς Βασίλειο και θα μας ορίζεις εσύ. Θα πολεμάς τους πολέμους μας, θα φοβερίζεις τους εχθρούς μας και εμείς θα ακολουθούμε την κάθε διαταγή σου.”

Έτσι λοιπόν έγινε. Οι Θεοί εισάκουσαν την ταπεινή αυτήν παράκληση και τους έδωσαν αυτό που επιθυμούσαν τόσο. Κάποιον να τους ορίζει, να οδηγεί τις κινήσεις τους, κάποιον που να υπακούν αλλά και να φοβίζει όλους όσους πλησίαζαν. Τους έδωσαν τον Δράκο. Οι κάτοικοι τον έτρεμαν και για να τον κρατούν ευχαριστημένο του θυσίαζαν κάθε πρωτομηνιά από ένα πρωτότοκο παιδί, καθώς πίστευαν πως αν τον τάιζαν θα κέρδιζαν την εύνοια του και θα τους άφηνε να παίρνουν νερό από την πυγή του.

Κάποτε από πολύ μακριά ήρθε ένας ξένος, ο οποίος έχοντας ακούσει αυτήν την φοβερή ιστορία ήρθε να δει με τα μάτια του την αδικία που περνούσε το Βασίλειο. Αντικρίζοντας την θυσία, τον έπιασε οργή και αποφάσισε να πάει να καταπολεμήσει το θηρίο. Τα κατάφερε και επέστρεψε στο Βασίλειο κρατώντας το κεφάλι του Δράκου στα χέρια του. Το Βασίλειο επευφήμησε την πράξη του αυτή και τον ευχαρίστησε: “Εσύ, εσύ είσαι ο αρχηγός μας, εσύ πρέπει να γίνεις Βασιλιάς! Θα γίνουμε εμείς Βασίλειο και θα μας ορίζεις εσύ. Θα πολεμάς τους πολέμους μας, θα φοβερίζεις τους εχθρούς μας και εμείς θα ακολουθούμε την κάθε διαταγή σου.”

Ο ξένος όμως στάθηκε, δεν είπε τίποτα και τράβηξε τον δρόμο του μακριά από τις πύλες του Βασιλείου.

Και πως ρωτάτε αλήθεια, κατάφερε να σκοτώσει τον Δράκο;

Μα φυσικά μόνο ένας Άγιος μπορεί να σκοτώσει έναν Δράκο.

Και πως γίνεται ένας Άγιος, Άγιος;

Μα φυσικά, σκοτώνοντας τον Δράκο.

Μία θεία κοινωνία

by Δημήτρης Αναγνωστόπουλος

Η γιαγιά σηκώθηκε αξημέρωτα να πιάσει το προζύμι. Εγώ κοιμόμουνα· δεν πήρα χαμπάρι. Με ξεσήκωσε αργότερα η μυρωδιά του ψωμιού έτσι αχνιστό που βγήκε από τον φούρνο. Ήταν κι η πρωινή δροσιά που τρύπωνε από την πόρτα, μαζί με τα κακαρίσματα απ’ το κοτέτσι της διπλανής. Κακάριζαν οι κότες της, κακάριζε κι αυτή… Τα είχε βάλει πάλι με τον κυρ-Μήτσο, που ήτανε λέει σακάτης και προκοπή δεν είδαν τόσα χρόνια· που το ξυλοπόδαρό του μια φορά δεν το πάτησε στην εκκλησία, γι’ αυτό τους είχε λέει ξεχασμένους ο Θεός και δεν τους έδωσε παιδιά. Μα Κυριακή, μέρα Κυρίου σήμερα, έτσι κι αλλιώς θα με ξυπνούσε η γιαγιά νωρίς, να πάμε να με κοινωνήσει.

Κλειδώσαμε την αυλόπορτα, μην περάσουν πάλι οι γύφτισσες και σουφρώσουν ένα ταψάκι ξιδάτες μπάμιες που είχαμε στο περβάζι να λιάζονται. Κατηφορίζοντας, ένα πράμα είχα στο μυαλό μου: να τελειώσει γρήγορα το μυστήριο, να γυρίσουμε σπίτι να φάω μια μεγάλη φέτα μουσκεμένο ψωμί με μπόλικη ζάχαρη επάνω. Συναντήσαμε και τον κακόμοιρο τον Σταματάκη. Αλβανάκι είναι, αβάφτιστο, λέει η γιαγιά, αλλά όταν μας μαζεύτηκαν εδώ πέρα, του βρήκαν πρόχειρα οι γονείς του ένα ελληνικό όνομα. Με κάτι κουρελοπαντέλονα ήταν πάλι. Τι να ‘ξερε αυτός από φρεσκοψημένα καρβέλια και ζάχαρες! Καθαρίστρια η μάνα του. Ερχόταν όμως κορδωτός στην εκκλησία μαζί της. Ο πατέρας του, λέει η γιαγιά, τους παράτησε και γύρισε από ‘κεί που ‘ρθε. Μένουνε λίγο πιο πάνω, σ’ ένα χαμόσπιτο τίγκα στις γάτες. Κι αυτές οι ευλογημένες, έχουν γεμίσει τη γειτονιά γατιά. Είδε κι απόειδε μια μέρα η γιαγιά, βρήκε την τρύπα που πάνε και τα ξεγεννάνε, κι έβγαλε από μέσα μια αγκαλιά νεογέννητα. Τα στρίμωξε σε μια σακούλα και τα ‘φερε σπίτι. Ήταν πολύ μικρά, άτριχα ακόμα, με τα ματάκια κλειστά. Έβαλε σε μια παλιοκατσαρόλα νερό να κάψει και τα ‘ριξε μέσα με τη σακούλα. Έβαλε από πάνω και μια κοτρόνα μην κι ανεβούν στην επιφάνεια. Για κάμποσο καιρό, ησύχασε η γειτονιά.

Ευτυχώς, η λειτουργία δε μου φάνηκε μεγάλη. Σα να τη βιάστηκε ο παππούλης σήμερα. Μετάλαβα… Έβαλα μέσα μου τον Χριστούλη. Και ευχαρίστησα τον Θεό που μ’ έχει καλά· εμένα και τη γιαγιά μου, που μου μαθαίνει να είμαι καλός άνθρωπος και σωστός Χριστιανός.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *