Αέρας – Άπνοια

54_Αντιθέσεις_Αέρας_Άπνοια_Παύλος_Ρέγκλης_paulreg.tumblr.com

εικονογράφηση: Παύλος Ρέγκλης

Αέρας

Του Γιώργου Σαράτση

Ο άνεμος, λένε, είναι σιωπηλός και μόνο όταν βρίσκει στο δρόμο του εμπόδια αποκτά αίσθηση ενσάρκωσης. Ο άνθρωπος, λένε, είναι σιωπηλός και μόνο όταν ο άνεμος περάσει από μέσα του αποκτά φωνή. Όπως εκείνο το βιβλικό: και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν.

Αμνιακό υγρό, ζωή ψαριού, αμφίβιου, θηλαστικού. Το πρώτο κλάμα. Ο πόνος του αέρα μέσα σου. Διάταση πνευμόνων, αίσθημα πνιγμού κι αργότερα η μια αναπνοή διαδέχεται την άλλη. Όλη σου η ζωή μια αντανακλαστική λειτουργία. Εισπνοές και εκπνοές σε επανάληψη. Η βρεφική αναπνοή διαδέχεται το ασθενικό καλούπι του ενήλικα. Άλλη ποιότητα αέρα. Άλλος ρυθμός. Με τον καιρό, κάθε συναίσθημα βρίσκει την δική του αναπνευστική ταυτότητα. Η μέσα πνοή που μας θερμαίνει, μας δροσίζει, μας ταράσσει ή μας ηρεμεί. Ο ίδιος άνεμος από την πρώτη ημέρα του κόσμου περνά από στόμα σε στόμα, αγγίζει βουνά, πόλεις και θάλασσες.

Μοιρασμένες αναπνοές, μοιρασμένα μυστικά, μοιρασμένες αλήθειες. Εκείνο που με θρέφει, την ίδια στιγμή με καταστρέφει. Οξυγόνο σημαίνει οξειδώνω. Η πρώτη και η τελευταία αναπνοή, το πέρασμά μας απ’ αυτόν τον κόσμο. Αναπνέω σημαίνει υπάρχω. Σημαίνει σκέφτομαι και εκφέρω λόγο. Σημαίνει τραγουδώ και ελπίζω. Αναπνέω σημαίνει τίποτα δεν έχει ακόμα τελειώσει και όλα κάποια στιγμή τελειώνουν. Σημαίνει ενθουσιάζομαι, μοχθώ, πονάω, θλίβομαι, νικώ. Μόνο ο έρωτας, λένε, μπορεί να σου κόψει για λίγο την ανάσα κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή…

Αναμονή

Της Σταυρούλας Παπαδάκη

Εκείνη την ημέρα είχε άπνοια. Ο αέρας είχε εγκαταλείψει τον τόπο. Κανένα δέντρο δε φαινόταν να σείεται, καμιά θάλασσα να συγκινείται. Εκείνη την ημέρα-τη θυμάμαι καλά-κανένας άνθρωπος δε φαινόταν να πηγαίνει κόντρα. Τα μαλλιά στη θέση τους, η ανάσα το ρυθμό της, το βήμα ακούραστο. Ο αέρας είχε εγκαταλείψει την πόλη. Ο θόρυβος ήταν στατικός, το αίμα παγωμένο.

Κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει εποχή. Εκείνη την ημέρα είχε άπνοια και καμιά πόρτα δεν έκλεινε πίσω μας με βρόντο, καμιά δεν άνοιγε διάπλατα πριν φτάσουμε. Ο αέρας δεν παρέσερνε τα φύλλα που είχαν πέσει για κάπου. Εκείνη την ημέρα είχε άπνοια και από εκείνη την ημέρα ο αέρας δε φαίνεται να έχει επιστρέψει. Ο αέρας εγκατέλειψε τον τόπο. Το αεράκι έγινε αέρας και ο αέρας άνεμος και φύσηξε και ξαναφύσηξε μα κανένας δε φάνηκε να ταρακουνιέται, κανείς δε φάνηκε πρόθυμος να αλλάξει θέση, κανείς δε βρήκε αφορμή να παρασυρθεί για να ταξιδέψει κάπου μακριά από το χώμα που είχε πέσει. Ο αέρας φαίνεται να έχει εγκαταλείψει την πόλη και τώρα πια το βλέπεις και εσύ. Ας σείονται τα δέντρα και ας συγκινούνται οι θάλασσες, τώρα ο αέρας έπαψε, τώρα μόνο άπνοια. Γιατί γύρω στην πόλη συναντάς ανθρώπους με ανάκατα μαλλιά, κομμένες ανάσες και κουρασμένα βήματα και ο αέρας περιμένει να τον καλέσουν πίσω εισπνέοντας και εκπνέοντας ξανά.