Πολυτέλεια

by Γιώργος Σαράτσης

Κατά βάθος η γραφή δεν απελευθερώνει
κατατρώει φωνές, δάχτυλα και μάτια
τρέφεται απ’ τα καλύτερα χρόνια μας

Ι.

Μια κάποια μέρα θα βάλεις φωτιά σε όσα σου ανήκουν, θα αποδεχτείς την ανάγκη να υπάρχεις σα να μην υπάρχεις, θα πλησιάζεις και θα απομακρύνεσαι, προσφέροντας τριαντάφυλλα σε αγνώστους τυλιγμένα σ’ εφημερίδα. Μια κάποια μέρα λίγο πριν τα τριάντα η μεταφυσική σου θα κάνει φτερά κι εσύ ατάραχος θα πλησιάζεις τα χέρια σου στα χέρια των άλλων και η ζωή θα κυλάει ήρεμα. Μαγιάτικη υγρασία σαν κατάρα που δεν έπιασε, σαν απόφαση της στιγμής, όπως όταν τινάζεις απ’ την πετσέτα τα κομμένα σου νύχια, όπως όταν φοράς χωρίς ενοχές ασιδέρωτα ρούχα. Οι ενοχλήσεις στο λαιμό θα ‘ναι το βάρος των άλλων που φέρεις μέσα σου. Μια κάποια μέρα θα σεβαστείς τις καταχρήσεις σου, θα φιλήσεις με γλώσσα το τσαλακωμένο σου εγώ και θα γεμίσεις μόνος σου χαλίκια τα παπούτσια. Μια κάποια μέρα θα ξεχαστούν οριστικά οι πόλεις, τα ταξίδια κι οι έρωτες και θα ‘ναι καλύτερα έτσι, όπως η ανεργία που δεν είναι παρά άγνοια κινδύνου σε καιρό πολέμου. Μια κάποια μέρα δεν θα ‘χεις ιδέα τι πάει να πει ζωή και τότε θα αρχίσεις να ζεις πραγματικά.

ΙΙ.

Είναι πολυτέλεια η τρέλα, τα αλλόκοτα μάτια σου, η αστεία μυρωδιά σου, το νεαρό της ηλικίας σου. Είναι πολυτέλεια να μην έχεις τίποτα στ’ όνομά σου, να χάνεσαι ξυπόλητος σε έρημους δρόμους, να μην βρίσκεις τα κατάλληλα λόγια, να ξεμπροστιάζεις τον θρασύδειλο εαυτό σου ή να χάνεις ό,τι αγαπάς χωρίς σοβαρές λέξεις και συγγνώμη. Είναι πολυτέλεια να παρεξηγείς χωρίς να παρεξηγείσαι, να μην κάνεις εκπτώσεις στην επικριτική σου στάση ή να ζεις μια άδεια ζωή, γεμάτη μικρές κι ανόητες χαρές. Είναι πολυτέλεια το αχόρταγο βλέμμα, το απέραντο των οσμών και των γεύσεων, η μουσική, το παρελθόν και το πράσινο έξω από τους τοίχους σου. Είναι πολυτέλεια να περιπλανιέσαι χωρίς σκοτούρες, να ζεις στο βάθος της απραγίας σου, στο πάθος της αθωότητάς σου, να ζεις, να ζεις μόνος, πραγματικά μόνος, με κάτι λίγο σαν αγάπη, λίγο φαγητό και ελάχιστες απαιτήσεις.

Κουλούρι

by Σταυρούλα Παπαδάκη

Ο δρόμος μύρισε,εμείς γυρίζαμε. Εκείνος μόνος και εμείς δυο-τρεις. Εκείνος περίμενε, εμείς πηγαινοερχόμασταν. Ήταν πριν ξημερώσει που μύρισε ζεστό ψωμί, ψημένο σησάμι. Τα πόδια μας οδηγούνταν απ’ τη μύτη. Ήταν πριν ξημερώσει , που ευχηθήκαμε , να μην αλλάξει τίποτα. Εμείς που θέλαμε και κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να αλλάξουν όλα. Το πρώτο κουλούρι, μας χαρίστηκε και εμείς το φάγαμε και είπαμε ευχαριστώ. Πρώτα το φάγαμε και ύστερα ευχαριστώ. Ο δρόμος μύρισε και εμάς μας αρκούσε αυτό για λίγα λεπτά. Για λίγα λεπτά, πριν ξημερώσει , είχαμε την ελπίδα πως εκτός από το δρόμο , θα μυρίσει και ο κόσμος. Θα μυρίσει, όχι ζεστό κουλούρι, αλλά ζεστασιά. Θέλουμε την αλλαγή, αλλά ίσως όχι τη ριζική. Δίχως ρίζες, πού να σταθείς;

Η νύχτα είχε περάσει και με αυτή και η νεότητα των χρόνων μας. Έτσι είναι τα νιάτα ,περνούν απλά , όπως και οι νύχτες της ζωής και απλά σε φθείρουν λίγο-λίγο με το κάθε τους φευγιό. Λίγο πριν το ξημέρωμα, τρυπώσαμε σε αυτόν το μίζερο φούρνο και αρπάξαμε τα καυτά κουλούρια από τις λαμαρίνες. Πρώτα κρατήσαμε το τυλιγμένο τσιγαρόχαρτο για να μην καούμε, τρώγοντας και ύστερα κρατήσαμε το τυλιγμένο τσιγαρόχαρτο για να καούμε, ενώ τρωγόμασταν. Έτσι είναι η ύλη, σου συμπεριφέρεται όπως της ορίσεις. Έτσι είναι η ύλη πότε την έχεις , πότε είσαι.

Καθίσαμε εκεί, στο πεζούλι και όσο τρώγαμε, σιωπή. Αφού, φάγαμε , είπαμε πως ωραία ήταν. Αφού σηκωθήκαμε, είπαμε να το ξανακάνουμε. Αφού φύγαμε , δεν το έχουμε ξανακάνει. Με την ευτυχία μιας στιγμής, δε δίνεις ραντεβού, δεν ανταλλάσσεις υποσχέσεις. Καθίσαμε και τρώγαμε αργά, γιατί ξέραμε πως η απλότητα της ευτυχίας μας εκείνη τη στιγμή , θα είναι πολυτέλεια μετά την τελευταία μπουκιά , σε εκείνο το πεζούλι, λίγο πριν το ξημέρωμα.

εικονογράφηση: Παύλος Ρέγκλης