Εditorial- Η Πολυτέλεια του Λάθους

Ποτέ δεν είχα εγκλωβιστεί κάπου. Δεν είχα εγκλωβιστεί ούτε σε ασανσέρ, ούτε σε ένα μικρό σπίτι , ούτε καν σε ένα μικρό δωμάτιο. Δεν είχα εγκλωβιστεί σε μια ξένη πόλη, σε μια ξένη χώρα, σε ένα απομονωμένο χωριό. Η μάνα μου λέει πως εγώ κουβαλώ την άπλα του χώρου μέσα μου και όπως πάντα κρατάμε λίγο πιο σφιχτά αυτά που μας αρέσουν, έτσι και εγώ κρατώ το λόγο της περισσότερο και από το δικό μου.

Στο σπίτι της , το πατρικό δεν είχε δικό της δωμάτιο, ούτε δικό της γραφείο. Όλα ήταν ένα. Ένα δωμάτιο και ένα γραφείο με το μικρό της αδερφό και αν αυτό το ένα της κοινοκτημοσύνης παραβιαζόταν από τον έναν ή από τον άλλον , έπεφτε και καρπαζιά για την τόση αχαριστία. Η μητέρα μου και η γιαγιά μου δεν είχαν φορέματα  πολλά. Δυο τρία για κάθε μέρα, ένα για την εκκλησία και τις γιορτές και άλλα δυο κρυμμένα από το βασικό εισοδηματία του σπιτιού στα έγκατα της ντουλάπας.Ο παππούς μου δυο-τρία πουκάμισα αντίστοιχα, δυο παντελόνια , ένα ζευγάρι παπούτσια.  Τίποτα παραπεταμένο, τίποτα τσαλακωμένο ή βρώμικο, τίποτα περιττό. Δεν περίσσευε ψωμί, δε περίσσευε η φακή , δεν περίσσευε το μπρόκολο. Όλα στη θέση που τους άρμοζε , ακόμη και οι άνθρωποι σωστά τοποθετημένοι σε ένα δυάρι με ταβάνια ψηλά.

Δε θα μιλήσω για τη σχολή που δεν κατάφερε να φτάσει η μητέρα μου και για το λάθος της να μοχθεί για να γίνει γιατρός, ενώ δεν της ταίριαζε. Σημασία έχει πως περπάτησε και έτρεξε και στάθηκε για λίγο και ύστερα ξανά από την αρχή όπως είθισται να ζει κανείς καλά και καμωμένα. Δεν ξέρω πόσα κέρδισε και πόσα έχασε. Δεν ξέρω ούτε το πώς ακριβώς. Κανείς ούτε και εμείς ”περνάμε” στα μαθηματικά που μας μετρούν. Κανείς δεν παίρνει και δε χάνει όλα όσα του αξίζουν. Η μητέρα μου πρόλαβε να ζήσει τη λιτότητα του ψωμιού και της ντομάτας, του κερδισμένου μονάκριβου χρυσαφικού, του μοιρασμένου στα δυο στρώματος, της αυτοσχέδιας κούκλας, του φανταστικού ποδηλάτου.

Δεν ξέρω αν τώρα θυμάται ακριβώς εκείνη τη λιτότητα. Δεν ξέρω αν το διπλό κρεβάτι , τα περίσσια φορέματα και το γεμάτο τραπέζι επιτρέπουν τέτοιου είδους νοσταλγίες, αλλά εγώ που ακούω για ιστορίες με πόδια την περισσότερη ώρα ξυπόλυτα , για την κούκλα που φτιάχτηκε από κουρέλια , για το ντιβάνι με τα λουλουδάτα σεντόνια και για τα λίγα που λίγο-λίγο έγιναν περισσότερα , νοσταλγώ. Νοσταλγώ αυτό που δεν έχω ζήσει, περισσότερο από αυτά που έζησα. Νοσταλγώ τη σπουδαιότητα του απλού και αναζητώ τον ορισμό του αρκετού. Σε μια πολυτέλεια εικονική η ατέλεια του να μην είσαι αυτάρκης δε φαίνεται. Σε μια πολυτέλεια εικονική φοράς κάθε μέρα άλλη φορεσιά, δοκιμάζεις άλλες γεύσεις, κοιμάσαι σε στρώμα ανατομικό , σε μαξιλάρι φρέσκο , κερνάς τις ηδονές περισσότερο απ’όσο ταϊζεις τις ανάγκες. Σε μια πολυτέλεια εικονική στερείσαι την πολυτέλεια του λάθους.  Καμιά λάθος επιλογή, καμιά ώρα για χάσιμο, τίποτα λιγότερο δε συγχωρείται από την πολυτέλεια που φορέσαμε. Ομολογώ εσωτερικά κλεισμένη σε ένα ασανσέρ, νοικάρισσα ενός μικρού δωματίου ,ενός μικρού σπιτιού σε ένα απομακρυσμένο χωριό ,μιας ξένης χώρας. Ομολογώ εσωτερικά, εγώ, το κορίτσι της ”άπλας”.

 

Pic By Διογένης Παπαδόπουλος