Au Revoir – Αυθεντικότητα σε μία κενή εποχή

Αλήθεια, πόσο διαφορετικές μπορεί να είναι οι άκρες μίας ίδιας γραμμής; Περπατώντας την Αιόλου ένα βράδυ Σαββάτου από την αρχή της και θέτοντας ως τέλος του προορισμού το Au Revoir, το ιστορικό αυτό μπαρ για το οποίο θα σας μιλήσω σήμερα, στη Πατησίων, φυσική συνέχεια της Αιόλου άλλωστε, σκέφτομαι πως μπορεί και να μην έχουν και απολύτως καμία σχέση. Από τη πλατεία της Αγίας Ειρήνης, όπου η διασκέδαση έχει αποκτήσει καιρό τώρα μαζικό χαρακτήρα και έχει χάσει την κάποια αρχική της αίγλη, μέχρι το Au Revoir, μία κρυψώνα βαθιά χωμένη στην ιστορία της νυχτερινής ζωής της Αθήνας, η απόσταση χιλιομετρικά είναι μικρή αλλά σε όρους ποιότητας της διασκέδασης και του τρόπου που ο καθένας την αντιλαμβάνεται, είναι μάλλον χαοτική. Στο νούμερο 136 λοιπόν του ιστορικού δρόμου της Πατησίων, ο μοναδικός στην Αθήνα που κοιτάει με τόση τόλμη τη Πάρνηθα και ενώνει τόσο συμμετρικά Βορρά με Νότο, ανάμεσα σε πολυκατοικίες παλαιότερων δεκαετιών, αναπαλαιωμένα νεοκλασικά και μοντέρνα κτήρια, βρίσκεται το Au Revoir.

Όταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά το Au Revoir, ομολογώ πως είχα πάει διαβασμένος. Γνώριζα πως είναι το πιο παλιό μπαρ της Αθήνας μετρώντας 55 χρόνια ζωής. Είχα διαβάσει για το μεράκι και την αγάπη των ιδιοκτητών του μαγαζιού, των αδερφών Παπαθεοδώρου καθώς και για τον αρχιτέκτονα του, τον Αριστομένη Προβελέγγιο. Ακόμη ήξερα και για την θρυλική ιστορία που έχει τον Frank Sinatra να επισκέπτεται το Au Revoir και να κάθεται στο γωνιακό τραπεζάκι που κοιτάει, τη γεμάτη κόσμο και βουή, Πατησίων, με ένα δικό του μπουκάλι Jack Daniels στο χέρι. Δεν μου είχαν ξεφύγει βέβαια και οι περιγραφές για τη διακόσμηση και τον ιδιαίτερο εσωτερικό χώρο του μπαρ με τις ψάθινες λάμπες και τείχους, τον ανάγλυφο πάγκο με τα γεωμετρικά σχέδια και την ξεχωριστή του οροφή. Μέχρι και βιβλίο έχει γραφτεί για μία ερωτική ιστορία με αφορμή το Au Revoir και κυκλοφόρησε το μακρινό 1999 με τίτλο «σημειώσεις στη σκιά μίας συνάντησης». Είχα δημιουργήσει λοιπόν μία προσμονή γι αυτή τη πρώτη μου επίσκεψη, η οποία έπαιρνε συνεχώς παράταση μέχρι και πρόσφατα οπότε και βούτηξα σε αυτή τη χρονική δίνη που προσφέρει απλόχερα το Au Revoir με το που κλείσεις τη πόρτα πίσω σου και αφήσεις το σώμα και το μυαλό σου να αφουγκραστεί και να απορροφήσει τη μοναδικότητα του χώρου.

Με τη πρώτη ματιά γύρω σου ξετυλίγεται και δημιουργείται τελικά ένα, απροσδιόριστης προέλευσης, κινηματογραφικό σκηνικό. Παρέες μεσήλικων διανοούμενων μιλούν σιωπηλά λες και είναι συνεννοημένες μεταξύ τους και καπνίζουν ατελείωτα δημιουργώντας μία στρώση καπνού πάνω από τα κεφάλια τους, στο ύψος που βρίσκονται οι πίνακες που διακοσμούν τους τείχους με την υπογραφή του Γιώργου Σιούντα, προκαλώντας μία περίεργη και επιθυμητή μελαγχολία. Μπροστά από τη πόρτα, βρίσκεται η μπάρα που προσκαλεί παρέες και μοναχικούς πότες να πιάσουν συζήτηση με τον μπαρμαν, ενώ παράλληλα χαζεύεις τα διάφορα ρολόγια, πόστερ και σουβενίρ απ’ όλο τον κόσμο που βρίσκονται δίπλα σου. Στο βάθος οι σκάλες σε οδηγούν στο πατάρι, που είναι και το αγαπημένο μου σημείο στο μπαρ, ιδανικό για ένα μοναχικό ποτό, ενώ παρατηρείς τα ζευγαράκια , συνήθως, να ανταλλάσσουν κουβέντες και φιλιά. Μέσα σε όλα αυτά, το σάουντρακ, για το οποίο δεν είχα διαβάσει τίποτα πριν έρθω, με εκπλήσσει ευχάριστα. Ενώ θα περίμενε κανείς, στηριζόμενος στο σκηνικό και την αισθητική του χώρου, να πρωταγωνιστούν τζαζ μελωδίες από τον αμερικάνικο νότο, στην πραγματικότητα η γαλλική μουσική είναι αυτή που χαρακτηρίζει μουσικά τη ταυτότητα του μπαρ και του ταιριάζει απόλυτα. Άκουσα και αναγνώρισα τη γλυκιά ποπ της Francoise Hardy, τη λυρικότητα των Tindersticks, καθώς και τις πιο σύγχρονες τζαζ τάσεις της γαλλικής σκηνής εκφρασμένες από την Nicoletta και την Patricia Kaas. Όλα αυτά έσταζαν από μία αίσθηση αδικαιολόγητης οικειότητας και ζεστασιάς που δεν είχα νοιώσει ούτε στα αγαπημένα μου βραδινά στέκια.

Τελικά όμως τι κάνει αυτό το μπαρ τόσο ξεχωριστό και αληθινό, εκτός από τη δεδομένη του ιστορική σημασία; Πριν φύγω, εκείνη τη πρώτη φορά από το Au Revoir και ενώ πλήρωνα στο πάγκο, έπιασα συζήτηση με δύο κυρίους, θαμώνες του μαγαζιού, για τα πάντα: τέχνη, κοινωνία, πολιτική, για την ίδια τη ζωή. Στο τέλος μου διηγήθηκαν και κάποιες πολύ ξεχωριστές ιστορίες από τη ζωή τους, που είχαν λάβει χώρα σε αυτό ακριβώς το μπαρ. Πριν με αποχαιρετήσουν, με ενθάρρυναν να ξανάρθω γιατί όπως μου είπε χαρακτηριστικά ο ένας από τους δύο <<εδώ οι τείχη ακούνε τα πάντα>> και σε εκείνο το σημείο αντιλήφθηκα τη σπουδαιότητα και την μοναδικότητα αυτού του μαγαζιού: Είναι όλες εκείνες οι μικρές ανθρώπινες ιστορίες που είναι ποτισμένες στους τοίχους, για τον έρωτα, τη φιλία, τα ταξίδια και τη νοσταλγία των στιγμών που αν τις αθροίσεις όλες μαζί διηγούνται την ιστορία της ανθρώπινης ζωής, και όσο το Au Revoir παραμένει ανοιχτό θα τις ψιθυρίζει με το ίδιο πάθος στους επισκέπτες του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *