Κεραμείο

2_Ναπας

Έκανα το λάθος να υποτιμήσω και να σνομπάρω το Μεταξουργείο. Ίσως επειδή μεγαλώνω, ίσως επειδή έχω δει περιοχές της Αθήνας να γίνονται μόδα και να ξεπουλιούνται για επτά ευρώ το κοκτέηλ, είπα να μην παίξω με το νέο τρεντ. Μέχρι που κάποια στιγμή, στιγμή αδυναμίας και προτελευταίας εξεταστικής, είπα να το δοκιμάσω. Ε, έχανα, το παραδέχομαι.

Πήγα στο Κεραμείο, στην Πλαταιών, κάθετη στην Πειραιώς. Μπαίνοντας μέσα, είδα τρεις συμφοιτητές, μια παλαβή γιαγιά και μια ηθοποιό-σπουδάστρια που ζούσε το δράμα της. Ανοίγοντας την πόρτα, δηλαδή, κατάλαβα ότι εδώ κάτι συμβαίνει. Βούιζε ο τόπος ζωή. Κοίταξα γύρω μου. Βιομηχανική κατάσταση, αλλά με κήπο, και μέσα δωματιάκια που μείνανε απείραχτα. Ο χώρος πρώην κεραμείο, μονόπατο, δεν το άγγιξε η πολεοδομική μανία. Πέραν του κύριου χώρου, όπου ακούγεται δυνατά η μουσική και μάλλον προτιμάς να στέκεσαι όρθιος, στον κήπο και στα δώματα αράζεις. Κατά προτίμηση σε οντάδες.

Ήπιαμε μπύρες, πολλές μπύρες, και φάγαμε μια ποικιλία. Απέναντι η τρελή ηθοποιός μας κοιτούσε διερευνητικά, αλλά το διασκεδάζαμε, ζούσαμε κι εμείς το δικό μας δράμα, αυτό της συνάντησης που, αν και καθημερινή, σε δυναμώνει. Φεύγοντας, παλέψαμε να περιγράψουμε ο ένας στον άλλο γιατί και πώς, αλλά δε γίνεται, όταν σ’ αρέσει ένα μέρος σ’ αρέσει. Μάλλον γιατί εδώ ήταν η ζωή. Κοίταξα γύρω μου τα χαμηλά σπίτια, και χωρίς να σηκώσω το κεφάλι ψηλότερα είδα ουρανό. Ίσως αυτή να είναι η δική μου εξήγηση. Κοίταξα γύρω τα μικρά μαγαζάκια, τους φοιτητές, τον ξενύχτη κόσμο να περπατά στην πιο υποβαθμισμένη περιοχή της πόλης χωρίς ν’ αναζητά λούσα και παρκαδόρους. Κι αποφάσισα, όσο είμαι ακόμα εδώ, να μην αφήσω γωνιά της πόλης ανεξερεύνητη. Της το χρωστάω. Από ένα τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

Τ Φωτόδεντρο κα δέκατη τέταρτη μορφιά

Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα

- Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
– Θόη θόη θμός
– Ἔ; Τί;
– Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
– Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
– Θμὸς θμὸς ἄδυσος

Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος.

Οδυσσέας Ελύτης.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *