Sprechgesang. Γερμανική λέξη, η οποία στη μουσική περιγράφει την τεχνική που χρησιμοποιεί ένας τραγουδιστής, όταν η ερμηνεία του είναι κάτι ανάμεσα σε τραγούδι και απαγγελία. Μια τεχνική κάτω από την οποία έκρυψε τους στίχους του, τους σκόνισε και τους ψιθύρισε ο Tricky. Σαν οι λέξεις να έρχονται από έναν άλλο κόσμο, κατευθείαν από τις γραμμές στο χαρτί που λερώνει η μητέρα του (γκανέζικης καταγωγής ποιήτρια, Maxine Quaye) και ο ίδιος θέλει να προστατέψει από την έκθεση στο φως. Όπως έχει πει, μπορεί να μην πρόλαβε να την γνωρίσει ουσιαστικά (αυτοκτόνησε όταν ο Tricky ήταν τεσσάρων), αλλά νιώθει ότι οι στίχοι του είναι σαν να μιλάει η μητέρα του, μέσα από αυτόν. Και αυτό είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό στον ήχο που τον έκανε έναν από τους 3 κορυφαίους παραγωγούς Trip-Hop μουσικής σήμερα.

Γεννήθηκε το 1968 στο Knowle West του Bristol, στην Αγγλία. Ο πατέρας του ήταν o Τζαμαϊκανής καταγωγής Roy Thaws, μέλος των Studio 17 Sound System, του πιο διάσημου Sound System στο Bristol εκείνη την εποχή. Οι παλιές ταινίες τρόμου και οι τέσσερις τοίχοι της φυλακής στα 17 του, δημιούργησαν την persona που από Tricky Kid στα 18, μεγάλωσε και εξελίχθηκε στον μουσικό και κατά περιόδους ηθοποιό που γνωρίζουμε σήμερα. Και η αρχή έγινε με τους Wild Bunch Sound System, οι οποίοι το 87 εξελίχθηκαν στους γνωστούς μας Massive Attack. Λίγο αργότερα ο Tricky γνώρισε την Martina Topley-Bird, η οποία του έδωσε έμπνευση για να ξεκινήσει το πρώτο του solo album, Maxinquaye (απ’ο το όνομα της μητέρας του), το οποίο του πρόσφερε παγκόσμια αναγνώριση και αποδοχή. Ο Tricky δεν αντεπεξήλθε καλά στον τρόπο ζωής που φέρνει η φήμη και στην πορεία χάθηκε ασυνείδητα προσπαθώντας ν’ αλλάξει τον ήχο του. Το 2013 όμως, με το album “False Idols”, φαίνεται να γυρίζει στις ρίζες του, έχοντας την ωριμότητα του ανθρώπου που δεν γνωρίζει απαραίτητα πως θα γυρίσει πίσω, αλλά γνωρίζει ότι έχει χαθεί.

Ο Tricky το κατάφερε χωρίς να κουβαλάει φαντάσματα από το παρελθόν στις πλάτες του. Γυρίζει πίσω στον ήχο που τον έκανε αυτό που είναι, τον ήχο που αυτός έφτιαξε και στον ήχο που με τη σειρά του τον έπλασε, συνεχίζοντας παράλληλα να προσφέρει κάτι φρέσκο και απλοϊκά όμορφο, όπως στα Mixed Race και Knowle West Boy. Και παρά το ταξίδι που ξεκίνησε προς τα πίσω με το 9ο κατά σειρά album του, υπάρχουν και κάποιες υπέροχες στάσεις στη διαδρομή, οι οποίες προσφέρουν την ποικιλία που χρειάζεται κάθε δίσκος κατά την άποψή μου, με κομμάτια όπως τα ‘Bonnie & Clyde” και “Parenthesis” ή ακόμη και το πιο pop “Nothing Matters” με τα καταπληκτικά φωνητικά της Nneka.

Στο τέλος της ημέρας, ο Tricky έδειξε για μια ακόμη φορά ότι οι άνθρωποι που έχουν πάθος με αυτό που κάνουν, οι άνθρωποι που είναι γεννημένοι για κάτι συγκεκριμένο και αφού το ανακάλυψαν, αφοσιώθηκαν σε αυτό, δεν υπάρχει τρόπος να κάνουν κάτι στο οποίο δεν θα έχουν περάσει όλο τους το είναι. Και όταν ένα έργο τέχνης έχει αυτό το χαρακτηριστικό, δεν υπόκειται στη διχοτόμηση του καλού και κακού. Δημιουργεί το δικό του σύμπαν.