Στα μέσα περίπου της προηγούμενης δεκαετίας, η δισκογραφική εταιρία της Γερμανίδας Gudrun Gut “Monica Enterprise”, αποφάσισε να δημιουργήσει ένα project με τίτλο “4 Women No Cry”.  Ο σκοπός της ήταν να συστήσει στο ευρύτερο κοινό γυναίκες τραγουδοποιούς από διαφορετικές χώρες. Το αποτέλεσμα ήταν τρεις συλλογές, με έντονο το ηλεκτρονικό και πειραματικό στοιχείο, κάτι που άλλωστε χαρακτηρίζει και την ίδια την Gut. Μέσα από αυτή τη σειρά ξεχώρισε μια γυναίκα, η οποία έλαβε μέρος στην τελευταία κυκλοφορία, γεννημένη στην Κολομβία, η οποία όμως έχει πλέον τις βάσεις της σε Βαρκελώνη και Βερολίνο. Ο λόγος για την Lucrecia Dalt. 

  Δύο χρόνια αργότερα η ίδια θα κάνει επίσημα πλέον την εμφάνισή της στο χώρο της δισκογραφίας, με την ανεξάρτητη κυκλοφορία “Congost”. Το album, το οποίο άνοιγε με το υπέροχο κομμάτι “Ara”, έφτασε στ’ αυτιά της Γερμανικής δισκογραφικής Human Ear Music (που ακούει πλέον στο HEM Berlin). H συνέχεια είχε την πρώτη της δισκογραφημένη δουλειά, μέσω της HEM, που κυκλοφόρησε το 2012 με τίτλο “Commotus”, μια λατινική λέξη η οποία σημαίνει ενοχλημένος ή ταραγμένος. Κάπως έτσι η φωτογραφία στο εξώφυλλο του album ανέλαβε την ευθύνη μαζί με τον τίτλο να σε βάλει σ’ ένα κλίμα ταραχής, με μια σχεδόν εκδικητική διάθεση και η μουσική του album είχε περισσότερο το ρόλο να αποδώσει την εικόνα μετά την “καταστροφή”. Στην ίδια αρέσει να “γδύνει” τα έργα της, να τα περιστρέφει γύρω από μινιμαλιστικές δομές με βάση το μπάσο και τους περίεργους ήχους ρυθμικών κιθάρων που δημιουργεί. Συχνά σκοτεινή και άλλοτε λυτρωτική ή υπνωτιστική, η φωνή της περνάει από μελωδικές γραμμές που “προδίδουν” την καταγωγή της και την εικόνα ολοκληρώνουν στοιχειώδη ηλεκτρονικά μοτίβα στο ρόλο των κρουστών.

  Στο επόμενο album της “Syzygy”, όπως η ίδια δηλώνει έχει μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση όσον αφορά το θέμα και τον τρόπο σύνθεσής του: “…όταν συνέθεσα το Commotus στο μυαλό μου είχα φανταστικά τοπία, ενώ για το επόμενο album, οι ταινίες έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο. Διάλεξα 10 ταινίες που αντηχούσαν μέσα μου τον περασμένο χρόνο. Καθώς έγραφα, έβαζα τις ταινίες να παίζουν χωρίς ήχο και κάποιες φορές, σε τυχαία χρονικά σημεία, ανέβαζα την ένταση ενώ έπαιζα ταυτόχρονα τα μέρη πάνω στα οποία δούλευα.” 

  Η ζωντανή μεταφορά του έργου της, βρίσκει την Dalt πάνω στη σκηνή να δημιουργεί το κομμάτι από μέσα προς τα έξω, χρησιμοποιώντας μέρη που ηχογραφεί η ίδια live, με ήχους από διάφορες πηγές μεταξύ των οποίων είναι η κιθάρα, το μπάσο, τα keyboards, ένας υπολογιστής, διάφορα κρουστά κ.α. Το αποτέλεσμα δημιουργεί μια ομίχλη εκεί που βρίσκονται τα όρια της ηχογράφησης στο στούντιο και της ζωντανής παρουσίας κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει το καλό ότι σε βάζει μέσα στη διαδικασία της δημιουργίας. 

  Για το τέλος άφησα μια φράση της ίδιας σχετικά με το πως αντιλαμβάνεται τις δημιουργικές της περιόδους: “Όταν γράφω, τα όνειρα και οι σκέψεις μου αποκτούν φωνή δυνατή και πιο έντονη, οι συζητήσεις είναι περισσότερο διασκεδαστικές και κατανοητές ενώ οι καθημερινοί περίπατοι γίνονται αξιοσημείωτοι”.