O Jonathan Coe στο νέο του μυθιστόρημα Expo 58

‘’ Expo 58’’ , Jonathan Coe, μτφ: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Οκτώβριος 2013, σσ. 359

 

‘’ Ο Τόμας ήταν ήσυχος άνθρωπος. Αυτό ήταν το χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Εργαζόταν στην Κεντρική διεύθυνση Πληροφοριών της Μπέϊκερ Στριτ, και οι συνάδελφοι του τον αποκαλούσαν ‘’Γκάντι’’, διότι υπήρχαν μέρες που έμοιαζε σαν να είχε πάρει όρκο σιωπής, ή ‘’Γκάρυ’’ (από τον Γκάρυ Κούπερ) ή Ντερκ (από τον Ντερκ Μπόγκαρτ).’’

Ο Τόμας Φόλεϊ, ένας τυπικός άνθρωπος του έγγαμου βίου και της υπαλληλικής ζωής αποδέχεται μια απρόβλεπτη πρόσκληση, να συμμετάσχει στη βρετανική αποστολή στην Expo 58, και συγκεκριμένα να επιβλέπει τη λειτουργία της παμπ (Britania) του βρετανικού περίπτερου. Η Expo 58 ήταν μια παγκόσμια έκθεση στις Βρυξέλλες την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και η πρώτη έκθεση μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είχε ως επιφανειακό σκοπό να συνενώσει με συναγωνιστικό πνεύμα τα τεχνολογικά και πολιτιστικά επιτεύγματα, μετά τους πολέμους και τις σαρωτικές αλλαγές μεταξύ των χωρών. Ο πραγματικός σκοπός, βέβαια, τέτοιων ιστορικών συναντήσεων , μέσα και στο ανταγωνιστικό κυνήγι της ατομικής ενέργειας, ήταν η συσσώρευση των υπερεθνικών κεφαλαίων , υπό τη σημαία της κάθε χώρας και του πολιτιστικού άλλοθι, και, συσπειρωμένες ανά εστίες συμφερόντων η ρεαλιστική χάραξη πολιτικών.

expo58feat

Το αμερικανικό περίπτερο που στήθηκε δίπλα στο σοβιετικό δεν είναι απλώς ‘’ένα κλασσικό παράδειγμα βέλγικου χιούμορ’’, όπως λέει η όμορφη , αλλά αθώα Φλαμανδή Άννεκε, που γοητεύει τον Τόμας. Είναι κάτι παραπάνω, είναι οι ασκήσεις κατασκοπίας, δύναμης, διαπλοκής επί χάρτου. Τελικά οι πολιτιστικές εκδηλώσεις αρκούν για να παροπλίσουν προσωρινά την σκανδάλη των σκανδάλων. Οι μάζες των διπλωματών, των επιτελείων, των δημοσιογράφων, των εργαζομένων της έκθεσης και των επισκεπτών μετατρέπουν την έκθεση σε ένα μεγάλο πανηγύρι. ένα γαϊτανάκι έρωτα, μέθης και έκθεσης του εαυτού τους στους έξι μήνες της μη κανονικότητας. Η έκθεση το 1958 προσέλκυσε 42 εκ. επισκέπτες και χρειάστηκαν 15.000 εργάτες που χτίζανε για 3 χρόνια.

Η απόφαση να αφήσει πίσω τη γυναίκα του και το μωρό τους , αποδεχόμενος την πρόσκληση, και οι περαιτέρω αποφάσεις που έπαιρνε καθημερινά ο Τόμας τον καταβυθίζουν σε μια αγωνιώδη διερεύνηση των επιθυμιών και των αναγκών του. Απ’τήν αρχή νιώθει ανακουφισμένος που θα αποδράσει από τη βαρετή σύζυγό του που αρκείται στα ελάχιστα, και από το θανατερά στάσιμο προάστιο του Λονδίνου που ζούσε. ‘’ Ήδη από τότε , ένιωθα πως η υπεροπτική ησυχία του νεκρωμένου αυτού προαστίου, η αποπνικτική αίσθηση αδιαφορίας απέναντι στα τεράστια γεγονότα που συνέβαιναν στον κόσμο είχε αρχίσει σχεδόν να με τρελαίνει’’ , λέει γλαφυρά. Τελικά είναι αφοσιωμένος σε όλα αυτά; Είναι μήπως έτοιμος να τα τινάξει όλα στον αέρα και να δοκιμάσει μια νέα ζωή με την σέξι Αμερικάνα; Ή να επαναδιαπραγματευθεί τους γνώριμους για αυτόν όρους ευτυχίας με τη γλυκιά Φλαμανδή; Παραγεμισμένος από διλήμματα, ενοχές, διστακτικότητα μαντέψτε τελικά ποια επιλογή παίρνει. Οι εξωτερικές υποδείξεις κρίνονται σαφώς οι πιο πολύτιμες, γιατί ξεπλένουν τα χέρια από τα κρίματά μας και ταυτόχρονα μας παίρνουν από το χεράκι.

Ο Κόου αναπτύσσει τη βασική του ιδέα μέσα σε ένα αφήγημα νουάρ πινελιών και σατιρικών εμπνεύσεων. Η γλώσσα του είναι προσγειωμένη , κάτι που καθιστά το βιβλίο ευανάγνωστο, αλλά ταυτόχρονα έχει έναν σπιρτόζο, κωμικό χαρακτήρα. Η ισορροπία, όμως, ανάμεσα στην αστυνομική πλοκή, τη φλεγματικότητα των διαλόγων, το μπόλιασμα με πολιτικά στοιχεία, την περιπλάνηση στον κόσμο των γυναικών, νομίζω ότι είναι ανεπαρκής. Τελικά εφάπτεται σε όλα αυτά αλλά δεν τα τρυπάει, σαν να κάνεις πετάλι στην περίμετρο μια γεωγραφικής ζώνης, χωρίς να εξερευνάς τα σοκάκια. Πάντως εμένα με δυσκόλεψε να εντοπίσω και να μοιραστώ διανοητικά, σαν αναγνώστης, το θέμα/ τα θέματα με τον συγγραφέα. Σε μια συνέντευξη του λέει ο Κόου : ‘’ Αυτή ήταν η βασική ιδέα πίσω από το βιβλίο: να εξετάσει την παγκόσμια έκθεση του 1958 ως μια στιγμή του ιδεαλισμού της ανθρωπότητας’’.

Εξαίρεση σε αυτό που αντιλήφθηκα εγώ και που προσπάθησα να εξηγήσω είναι τα τελευταία δυο κεφάλαια (όλα τα κεφάλαια έχουν χαριτωμένους τίτλους) , στα οποία ο Κόου, με μαεστρία, αναφέρεται στην εποχή μετά την ανατρεπτική Expo 58, μέσα από ένα χρονολόγιο της εποχής και ένα προσωπικό ημερολόγιο και υπό το βλέμμα μιας αλλόκοτης συνάντησης. Εκεί αναδεικνύεται ευθαρσώς η συγγραφική δεινότητα του Κόου , που γνωρίσαμε και στα προηγούμενα έργα του. Κάπως έτσι , όπως και στην περίπτωση του πρωταγωνιστή, ανατέλλει ένα ειρωνικό μειδίασα για το τι ζήσαμε τελικά, για το τι μέλλει γενέσθαι..