Την επόμενη μιας αποτυχημένης επανάστασης, υπάρχει πολλή δουλειά για όλους…

’Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ.’’, Jean-Michel  Guenassia, εκδ. Πόλις, μτφ: Ανδρέας Παππάς, Βάνα Χατζάκη, σσ. 518

 

Εκατό χρόνια σε 500 σελίδες- η μακρά πορεία του Γιόζεφ Κάπλαν από το 1910 εώς το 2010. Το μυθιστόρημα εσωκλείει τη ζωή και η ζωή σφυρηλατεί σκληρά και αδέκαστα  το μυθιστόρημα. Τις γραμμές και τις καμπύλες του. Μπορεί να αφηγηθείς μια ζωή είτε σαν να είναι τα απομεινάρια ενός σκελετού είτε σαν είναι ένας ζωντανός , παλλόμενος οργανισμός.

Κεντρικός ήρωας είναι ο Γιόζεφ Κάπλαν, γιατρός μικροβιολόγος, εβραϊκής καταγωγής, με παράδοση της οικογένειάς του στην Ιατρική, αλλά εμφανίζεται και ο Ερνέστο τσε Γκεβάρα, που δίνει και το όνομα του στον τίτλο. Ο Γ. Κάπλαν σπούδασε στο Ινστιτούτο Παστέρ, στο Παρίσι, όπου καθιερώθηκε ως δεινός χορευτής τάνγκο, συνδέθηκε με θυελλώδεις ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους αναχώρησαν για να πολεμήσουν στο πλευρό των Δημοκρατικών, στον Ισπανικό Εμφύλιο. Εκείνος πήγε στο Αλγέρι παραμονές του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου για να δουλέψει σε ένα παράρτημα όπου γινόταν έρευνα για την ελονοσία, που μάστιζε όλο το λεκανοπέδιο της Μεσογείου. Τελικά έμεινε δέκα χρόνια, στα οποία έκανε σκληρή έρευνα, εκ των οποίων τα τρία τα πέρασε σε ένα απομονωμένο καταυλυσμό, που τον άφησε με μία συνταρακτική εμπειρία μόνωσης του ερευνητή  και μια γενειάδα 30 εκατοστών.

Λίγο πριν από το τέλος του πολέμου έφυγε για τη Γαλλία, στο Σαμονί, με μια γαλλίδα ηθοποιό, την Κριστίν,φεμινίστρια και αγωνιστικό πνεύμα της εποχής. Και μετά στην κομμουνιστική Πράγα, όπου ο Γιόζεφ Κάπλαν εκλέχτηκε βουλευτής με το ΚΚ. Στη συνέχεια, τα πρώτα ραπίσματα: οι δίκες της Μιράντα Χοράκοβα και του Σλάνσκυ – γ.γ του ΚΚ Τσεχίας- , η σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία, η φίμωση της ελευθερίας και ο παραλογισμός των διώξεων.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου εμφανίζεται στο σανατόριο που διευθύνει ο Κάπλαν, στην περιοχή της Βοημίας, ο Ραμόν, που είναι στην πραγματικότητα ο Ερνέστο τσε Γκεβάρα. Είναι ημιθανής, με μια σοβαρή μορφή ελονοσίας, μετά τον ανταρτοπόλεμο στο Κονγκό, εξαντλημένος αλλά με μια περίεργα ζωντάνια. Τον Ραμόν ερωτεύεται  η Έλενα, η κόρα του Κάπλαν, για να προδοθούν αργότερα από τη κομματική γραφειοκρατία , από τις πιο βαθιές γραμμές του. Διαβάζουμε από τις συγκλονιστικές σελίδες του ημερολογίου του: ‘’ Είμαι γιατρός αλλά δεν έχω θεραπεύσει σχεδόν κανέναν. ( …) , μπροστά σ’αυτή τη γριά ασθματική γιαγιά που την είδα να πεθαίνει ήμουν ανήμπορος, εντελώς ανήμπορος. Αυτή η έσχατη φτώχεια πάντα με τρόμαζε. Είναι η χειρότερη αρρώστια. Η οικουμενικά μάστιγα! Ο γιατρός δεν έχει άλλη θεραπεία ενάντια στην απόλυτη ανέχεια πέρα από έναν κούφιο λόγο παρηγοριάς. Το φάρμακο του μπορεί να θεραπεύσει τις συνέπειες, ποτέ όμως τη ρίζα του κακού. Κανένας γιατρός δε μπορεί ποτέ να τα βάλει με την ασθένεια της φτώχειας και της εκμετάλλευσης. Τα θύματα της εκμετάλλευσης δεν χρειάζονται οίκτο αλλά τουφέκια.’’

‘’Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ.’’ δεν είναι ούτε κατηγορώ, ούτε βιογραφία ενός ανθρώπου του προηγούμενου αιώνα. Είναι ένα μυθιστόρημα, στις εμπνεύσεις του οποίου συγκαταλέγονται η ιστορία, οι μεγάλες στιγμές του οράματος του προηγούμενου αιώνα, ο έρωτας, ο ρυθμός και η μουσική. Η εξιστόρηση κρατάει τα ηνία σε σχέση με δεύτερα θέματα, που δεν εμφανίζονται καθόλου ή σχεδόν καθόλου, όπως η δοκιμιακή προσέγγιση των μεγάλων γεγονότων ή ακόμα και η κριτική σκοπιά, η ψυχογραφηματική απόδωση και η μυθιστορηματική πρωτοτυπία. Η γλώσσα και το δέσιμο της με την ατμόσφαιρα που θέλει να δημιουργήσει είναι λιτή και ρέουσα, σαν να ακούς γλυκά ένα παραμύθι που ξεχειλίζει από ζωή ή – για τους πιο απαισιόδοξους- από ανάσες ζωής.