Branimir Šćepanović με ένα βιβλίο σα ”Στόμα γεμάτο χώμα”

ωδή στον Branimir Šćepanović

 

«Στόμα γεμάτο χώμα», Branimir Šćepanović, εκδ. Παρασκήνιο, μτφ: Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, 1992 (α’ έκδοση πρωτοτύπου 1974), σσ. 95

«Ο θάνατος του κύριου Γκολουζά», Branimir Šćepanović, εκδ. Ηρόδοτος, μτφ: Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης,1989 (α’ έκδοση πρωτοτύπου 1977), σσ.126

Ο Branimir Šćepanović γεννήθηκε το 1937 στο Τίτογκραντ. Τα δύο παραπάνω είναι τα μόνα από τα έργα του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Άλλα έργα του: «Πριν από την αλήθεια» (διηγήματα, 1961) «Ντροπιασμένα καλοκαίρι» (μυθιστόρημα, 1965), «Η απολύτρωση» (μυθιστόρημα, 1980). Θεωρείται από τους κλασσικούς συγγραφείς της σέρβικης λογοτεχνίας, αν και αποσύρθηκε από το γράψιμο αρκετά νέος. Με σενάρια του Scepanovic έχουν γυριστεί πολλά κινηματογραφικά έργα.

Το «Στόμα γεμάτο χώμα» μου θυμίζει τον ορισμό , από τα μαθηματικά, των παράλληλων ευθειών. ‘’Δύο ευθείες είναι παράλληλες όταν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και δεν έχουν κανένα κοινό σημείο (δηλαδή δεν τέμνονται ποτέ)’’. Όλα ξεκινάμε όταν ένας ταξιδιώτης που θέλει να επιστρέψει στους γενέθλιους τόπους του, για να πεθάνει εκεί, προφταίνοντας το προγραμματισμένο, από την ασθένεια του θάνατο, σε μια στιγμή σκληρής απόφασης και τελετουργικής απομόνωσης, συναντάει δυο κατασκηνωτές και το βάζει στα πόδια. Αυτοί, απορημένοι και περίεργοι, τον ακολουθούν . Οι δυο κατασκηνωτές, με τονισμένα τα χαρακτηριστικά τους στην αρχή, συμπαθητικά και ζωντανά, γίνονται τελικά ένα σύσσωμο πλήθος καταδίωξης, άμορφο, μια μάζα. Είναι ιδιαίτερα αποσβολωτικό το καθρέφτισμα τους στα κρύα νερά, όταν ξεκουράζονται από το κυνήγι (μαγισσών) : ολόιδια πρόσωπα, ταλαιπωρημένα, ζωώδη. Ομοίως τα κίνητρα, οι ενέργειες, οι αποφάσεις και οι ανάγκες τους βράζουν σε ένα μεγάλο καζάνι πανομοιοτυπίας και αφανισμού του εαυτού. Σκιαγραφούνται όλες οι αποχρώσεις που μπορεί να πάρει μια τέτοια αλλόκοτη συνάντηση: περιέργεια και μυστήριο, εξιδανίκευση και υποτίμηση, φόβος και θηριωδία. Και η αδυναμία, ως βασίλισσα των πάντων, να το κατανοήσεις. Για να εξηγήσει τη δύναμη αυτής της συνάντησης , που ξεπερνάει το συνηθισμένο και το διαχειρίσιμο, ο Šćepanović εναλλάσσει την αφήγηση του πλήθους με την αφήγηση του ενός, του θηράματος. Οι εναλλαγές των αφηγήσεων είναι απόλυτα ζευγαρωμένες μεταξύ τους, ίσης έκτασης και με απώτερο σκοπό την ψυχογραφική διείσδυση στα γεγονότα. Οι συνδέσεις μεταξύ τους είναι καταπληκτικές, βασισμένες στη μορφή ή το περιεχόμενο, προκύπτουν σοφά όταν διακόπτεται η μια αφήγηση σε μια σημαντική λέξη, εικόνα, συναίσθημα και προκαλεί την απέναντι ‘’όχθη’’ των αφηγητών , σα δράση- αντίδραση, σαν ένα θεατρικό δρώμενο.

Με αυτόν τον τύπο διαλόγου, ο αναγνώστης παράγει πολύ περισσότερο υλικό , συνειρμικό και μη, από ότι εάν ήταν ετοιμοπαράδοτη και ολοκληρωμένη η κάθε σκηνή. Η αόρατη διελκυστίνδα που ενώνει τις δυο ‘’όχθες’’ υπάρχει , πρωτογενώς, για να αντιμάχεται ο ένας τους υπόλοιπους και ο ένας τους πολλούς. Στο έργο του Šćepanović υπάρχει ως κεντρική αγωνία η σχέση του ατόμου, όχι με τον έναν Άλλον, αλλά με τους άλλους, όπου οι άλλοι είναι μια αδιαίρετη μάζα, ένα αδιαπέραστο πλήθος, ένα προκαθορισμένο ανθρώπινο προϊόν. Ποια είναι ή θα μπορούσαν να είναι τα στηρίγματα ενός ανθρώπου απέναντι σε έναν τέτοιο κλοιό;

Στο «Στόμα γεμάτο χώμα» και στα υπόλοιπα διηγήματα, οι ήρωες προσγειώνονται σε άχρονους και άχωρους τόπους, χωρίς να ξέρουν πως φτάσανε και χωρίς διεξόδους διαφυγής.

ink stoma gemato xwmaΗ όμορφη πόλη ,που τον προϋπαντεί και εμφανίζεται σαν όαση στον άνθρωπο –πάντα άσχημη πόλη για τους κατοίκους της, σαν αυτοεκπλήρωση της διαφορετικότητας του- τον καταδικάζει πάντοτε, ενώ η καθαρή φύση απαλύνει για λίγο τα πράγματα, αλλά δεν το λυτρώνει ποτέ. Για τις γυναίκες: «και ποθούσε, σχεδόν απελπισμένα, το καυτό και αδιάντροπο σώμα κάποιας γυναίκας στης οποίας τα βάθη, ακόρεστα από ήλιο και αναμονή, θα βυθιστεί ολόκληρος, ξεχνώντας το θάνατο και το χρόνο». Οι γυναίκες, ορμώμενες πάντα από τη μνήμη και το παρελθόν, αποζητώνται συνεχώς, αλλά πιο έντονα στις διαταραγμένες στιγμές. Οι ίδιες , από τη μεριά τους, είναι οι πιο συμπαθούντες, μέσα στην απλότητα και την ομορφιά τους, αλλά ταυτόχρονα παραπλανητικές, παθητικές, παραισθητικές. Μόνο σε ένα διήγημα («Πριν από την αλήθεια») τολμάει ο συγγραφέας να ξεφύγει από το σταθερό μοτίβο των γυναικών και να δώσει περισσότερο νόημα στην Αγγέλα, που ερωτεύτηκε στην πόλη στην οποία ήταν κατακτητής ο Αντόνιο, και γύρισε μετά από χρόνια για να μάθει τι απέγινε.

Στην πραγματικότητα, σε αυτό το διήγημα, μιλάει περισσότερο όχι για αυτήν τη γυναίκα (που αγάπησε ένας άντρας περισσότερο από όλες) αλλά για το άδειασμα ακόμα και του έρωτα. « ”Ήσουν τρελός άνθρωπε μου. Κάνανε με αυτήν ό,τι θελαν, δεν την ρωτήσανε. Κάνανε με σένα ό,τι θέλανε, δεν σε ρώτησαν. Ποτέ δεν αποφάσισες μόνος για τον εαυτό σου. Πάντα βάδιζες στους δρόμους που σου διάλεγαν άλλοι, γι’ αυτό και δεν υπάρχει τίποτε ωραίο σε όλα όσα έζησες”. ‘Ούτε και ο έρωτας με την Αγγέλα δεν του φαινόταν ωραίος. »

Μπορούν ποτέ να δώσουν στήριγμα οι άλλοι; Ο Šćepanović φαίνεται ότι απαντάει με πολλούς τρόπους, με ιστορίες, με συμβολισμούς, με δύσκολες ομολογίες, για τον ίδιο και τους ανθρώπους, πως όχι, πως δεν μπορείς να περιμένεις παρά μόνο την κακία, την εκδίκηση, τη μοναξιά. Σε συνδυασμό με το ότι αποδίδει σε όλα μια κοινή ανθρώπινη μοίρα, αφού όλα οδηγούν σκοπίμως στο θάνατο, θα έλεγε κανείς, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή όχι, ότι το έργο του προτείνει , με πολύ λιτό και ιδιαίτερο τρόπο, μια μαύρη αποτύπωση και λύση της πραγματικότητας. Είναι αυτό που ψιθυρίζει η γυναίκα του, όταν από μακριά τον βλέπει πάνω στη γέφυρα: « Θεέ μου, ο Αντόνιο μου μοιάζει με νεκρικό σταυρό» Δεν μπορώ να αποφύγω τη σύνδεση και με θρησκευτικές προσεγγίσεις (όχι μόνο των ημερών , αλλά εκατοντάδων χρόνων) και να τολμήσω να πω ότι τέτοιες ανατριχιαστικές αποτυπώσεις της ανθρώπινης μαυρίλας, εμένα προσωπικά, δεν με καταθλίβουν και άλλο, αλλά με προκαλούν να φύγω από την αδράνεια, μακριά από το όραμα ενός απέραντου νεκροταφείου ιδεών και σωμάτων.