«Είμαστε πάντα μόνοι…ποτέ μοναχικοί»

Η χαοτική φαντασία του Terry Gilliam μας μεταφέρει σε ένα δυστοπικό, όχι και πολύ μακρινό, μέλλον όπου ο Qohen Leth (Christoph Waltz), μια ιδιοφυία σε θέματα υπολογιστών, ζει μια εκκεντρική ζωή στην απομόνωση, εν μέσω ενός αφόρητου κόσμου που παραπέμπει σε πανοπτικόν. Οι ημέρες του Qohen περνούν στο εγκαταλειμμένο παρεκκλήσι που έχει επιλέξει για να ζει και η ήδη δυσβάσταχτη αίσθηση της ύπαρξής του, εντείνεται όταν του ανατίθεται από μια απροσδιόριστη προσωπικότητα που τιτλοφορείται «Management», η επίλυση του Zero Theorem, μιας μαθηματικής εξίσωσης που θα αποφανθεί επί της ουσίας για το εάν η ζωή έχει οποιοδήποτε νόημα.

Οι γνωστές εμμονές και θεματικές που έχουν απασχολήσει το σκηνοθέτη και σε προηγούμενες ταινίες του επανέρχονται εμφατικά. Έτσι έχουμε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τους πανίσχυρους και αόρατους μηχανισμούς του συστήματος, την πραγματικότητα απέναντι στη φαντασία, την ασφυκτική επιτήρηση της ζωής, καθώς και (σε μορφικό κυρίως επίπεδο) την έντονη παρουσία μιας ρετροφουτουριστικής αισθητικής. Ωστόσο, εδώ ο κύριος άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλα είναι η αποξένωση-αποσύνδεση (disconnection) ανάμεσα στους ανθρώπους, κάτι που εξειδικεύεται και στη δυσκολία να υπάρξει αληθινή αγάπη και ερωτική συνένωση, σε έναν κόσμο μάλιστα όπου οι δυνατότητες για επικοινωνία τεχνικά και πρακτικά (interconnectivity) είναι τεράστιες. Αυτό όσον αφορά τον κεντρικό ήρωα, εκφράζεται αρχικά ως μια αόριστη αναζήτηση μέσω της αγωνιώδους προσμονής του για μια τηλεφωνική κλήση που θα δώσει απάντηση στη βασανιστική υπαρξιακή του ανησυχία. Στη συνέχεια αυτή η αναζήτηση θα πάρει σάρκα και οστά, όταν ο Qohen Leth θα ψάξει νόημα στο ενδεχόμενο ερωτικής επικοινωνίας με την γοητευτική Bainsley (Melanie Thierry) που εργάζεται στη βιομηχανία του virtual sex.

zerooo

Από τη στιγμή που ο νευρωτικός επιστήμονας θα μπει στη διαδικασία απόδειξης του θεωρήματος, ένα πλήθος γεγονότων και προσώπων αναστατώνουν τη μέχρι πρότινος «ομαλή» ζωή του και λειτουργούν είτε ως φυγόκεντρες είτε ως κεντρομόλες δυνάμεις σε σχέση με το στόχο του: από τον Bob (Lucas Hedges) τον έφηβο γιο της «Διεύθυνσης», που ως παιδί θαύμα του έχει ανατεθεί να βοηθήσει τον ήρωά μας (και σε ένα βαθμό τον κινητοποιεί να ζωντανέψει) μέχρι τον απρόβλεπτο και ενοχλητικό επιστάτη Joby (David Thewlis), και από τη cyber-ψυχοθεραπεύτρια (Tilda Swinton) με τις ορθολογικές συμβουλές μέχρι την πλανεύτρα και πολλά (αλλά μόνο) υποσχόμενη Bainsley. Και όλα αυτά στο φόντο μιας πόλης, όπου καθετί ανθρώπινο επί της ουσίας απαγορεύεται, όλοι δουλεύουν, καταναλώνουν και περιφέρονται ως ρομπότ, όπου οι ζητιάνοι λειτουργούν συμπληρωματικά σε ένα κάδρο με χιλιάδες ψηφιακές διαφημιστικές επιγραφές και όπου λαμβάνουν χώρα ξέφρενα πάρτυ με τους πάντες καλωδιωμένους σε κάθε λογής gadgets. Όσο ο Leth πλησιάζει στην τελική λύση τόσο μοιάζει αυτή να απομακρύνεται και όσο η αιτία που τον αποσπά από τη δουλειά του, η Bainsley, καταλαμβάνει περισσότερο χώρο στο μυαλό του τόσο ο Leth νιώθει για πρώτη φορά ότι στο πρόσωπό της σκιαγραφείται μια απάντηση στο πρόβλημα της ύπαρξης. Και αυτή η απάντηση δεν είναι άλλη από έναν εν δυνάμει έρωτα. Φυσικά σε έναν κόσμο που διαπνέεται από την παράνοια, την υποκρισία, την ιδιοτέλεια και το φόβο, οι πιθανότητες να ευδοκιμήσει κάτι τέτοιο στενεύουν δραματικά και η απογοήτευση δεν θα αργήσει να έρθει για τον Leth. Και το μεγαλείο του Gilliam εδώ βρίσκεται στο ότι καταφέρνει να λέει τέτοιες αλήθειες μέσα από εντυπωσιακά κατασκευάσματα της φαντασίας όπως είναι η ταινία αυτή.

Ο Qohen Leth δεν είναι ένας από επιλογή μοναχικός τύπος. Είναι μόνος. Είναι μόνος, γιατί περιμένει εκείνη να έρθει. Είναι μόνος, γιατί όταν εκείνη εμφανίστηκε για λίγο στη ζωή του, αυτός γνωρίζει από πριν ότι δεν ήρθε για να μείνει. Είναι μόνος, γιατί περιμένει την κλήση που δεν έρχεται ποτέ. Είναι μόνος, γιατί έμαθε πώς να μην περιμένει. Είναι μόνος γιατί έμαθε να αγκαλιάζει με τα δυο του χέρια τον δύοντα ήλιο. Και ας πεθαίνει, γιατί ξέρει ότι, πέρα από την προσπάθεια το Ένα να γίνει Δύο, πουθενά αλλού δεν υπάρχει νόημα, ειδικά στο υπάρχον ασφυκτικό πλαίσιο των ολοκληρωτικού χαρακτήρα κοινωνικών σχηματισμών.

Tags

About the author

Dimitris Kechris

Dimitris Kechris

Email Website

Ο Δημήτρης Κεχρής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986. Είναι απόφοιτος του τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Με τη φωτογραφία ασχολείται από το 2006. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια διετούς διάρκειας στο εργαστήρι καλλιτεχνικής φωτογραφίας του Δήμου Ζωγράφου με επιμορφωτή το Νίκο Δημολίτσα. Έχει συμμετάσχει σε εκθέσεις φωτογραφίας στo Βυζαντινό Μουσείο(2014), στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης(2013), στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (2012), στο Μουσείο Γουναρόπουλου(2010), στο Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών(2007-2010) και στο Blackduck Multiplarte(2013,2014). Η πρώτη του ατομική έκθεση με τίτλο «Playing Roles» φιλοξενήθηκε στον Τεχνοχώρο Φάμπρικα(2014). Στα πλαίσια του Πολιτιστικού Ομίλου του Πανεπιστημίου Αθηνών έχει παρουσιάσει σεμινάρια ιστορίας της φωτογραφίας(2010-2011). Αρθρογραφεί σχετικά με τον κινηματογράφο σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. / Dimitris Kechris was born in Athens in 1986. He graduated from the Physics Department of the Athens University. He deals with photography since 2006. He has attended two-year seminars in the artistic photography workshop of Municipality of Zografos with Nikos Dimolitsas as an instructor. He has participated in exhibitions at the Byzantine Museum(2014), the Michael Cacoyannis Foundation(2013), the Greek Film Archive(2012), the Gounaropoulos Museum(2010), the History Museum of the Athens University(2007-2010) and the BlackDuck Multiplarte(2013,2014). His first solo exhibition «Playing Roles» was presented at the Fabrica art gallery(2014).Within the Cultural Association of the Athens University he has presented History of Photography seminars. He writes film reviews for online and printed magazines.