Caligari Reborn: Μία άλλη σκιά πάνω από το Εργαστήρι

Το πασίγνωστο και απόλυτα επιδραστικό χειροποίητο “Εργαστήρι” του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού έγινε και πάλι προορισμός για τους θεατές, αυτή τη φορά με καύσιμο για το ταξίδι τους τις μελωδίες που επέλεξε η Ελένη Μητσιάκη. Ένα φιλμ που έχει την ιδιότητα, κάθε φορά που το βλέπει κανείς, να δημιουργεί συναισθητικά ήχους στα αυτιά του κοινού, εκμηδενίζοντας τις αποστάσεις μεταξύ βωβού και ομιλούντος κινηματογράφου. Όταν κάποιος όπως η έμπειρη δημιουργός μπαίνει στη διαδικασία να απαλύνει με μελωδίες το έδαφος ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τόπους, με τις ευλογίες του Μιχάλη Κακογιάννη, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να αποδειχθεί ταιριαστό στο οπτικό υλικό. Η ταινία ντύνεται, εκ νέου, με σεβασμό και προσοχή στις πτυχώσεις στα ρούχα. Αφήνει στην τυχαιότητα το ίσως αναγκαίο τσαλάκωμα, σημάδι πως ο νέος οργανισμός, κράμα ήχου και εικόνας, που δημιουργείται, είναι ζωντανός.

Πριν την έναρξη της ταινίας, ο Μιχάλης Μοσχούτης γυρίζει θαρραλέα με την ηλεκτρική του κιθάρα ανάμεσα στα πλάνα ενός μικρού διαμαντιού μεσαίου μήκους του Charles Dekeukeleire, μεταγενέστερης περιόδου, (Visions des Lourdes, 1932), με ατμόσφαιρα που θυμίζει το Sweet Movie. Mία λιτανεία θανάτου όπου τα παιδιά μεταλαμβάνουν τη φρίκη.

Ο Δρ. Καλιγκάρι μοιάζει ο συλλογικός εφιάλτης κάθε γενιάς, αφού το πανηγύρι, τόπος γιορτής, με την παρουσία του γίνεται πιο σκοτεινό από τη σκιά που προσφέρει ένα θλιμμένο καρουζέλ. Η υπνοβασία, ο θάνατος και ο έρωτας χορεύουν στις μελωδίες που προτείνονται από τη δημιουργό, η οποία με τη μουσική της γυρνά τις σελίδες ενός βιβλίου, που πριν το ανοίξει, αυτό έχει βουτηχτεί στο σκοτάδι. Η παρουσία του υπνοβάτη λεηλατείται από τις προβολές, τις προσδοκίες των υπολοίπων, αλλά και την αφαίμαξή του από τον κωμικοτραγικό Δόκτορα. Η μουσική σφυρηλατεί τις αντιδράσεις του κοινού, άλλοτε σε post rock μονοπάτια και άλλοτε σε industrial, επιλογή ίσως όχι τυχαία, αν αναλογιστεί κανείς το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε το φιλμ. Η industrial rock αναπληρώνει για τη βιομηχανική καταστροφή που υπέστη η Γερμανία του Μεσοπολέμου και αντανακλά τον απόηχο σιδήρου από το νωπό ακόμα αίμα στα χείλη του λαού. Και γίνεται τροφή για σκέψη η απάλυνση των αντιδράσεων των ηθοποιών με τη χρήση μελωδικών γραμμών πολύ πιο ήσυχων από το αναμενόμενο, αφήνοντας τελικά μία γεύση τόσο παράδοξη όσο και η φυσιογνωμία του Δόκτορα.

To χάος καμιά φορά χρειάζεται λίγο μέταλλο ώστε να χορέψει πάνω του. Ένα υλικό τόσο έτοιμο να το καταπιεί, όσο μία μελωδία χωρίς αρχή και τέλος.