Hotarubi no Mori e

Ξέρω πως κρύβεις
ένα κομμάτι νύχτας
μέσα στην τσέπη

Τούτη εδώ η στήλη έχει αναφερθεί πολλάκις στον Hayao Miyazaki αλλά και τον Makoto Shinkai για τα εκπληκτικά τους έργα. Κάτι τέτοιο αναζητούσα εδώ και καιρό και μόλις πριν λίγες μέρες ένας μικρός θησαυρός ανάλογου επιπέδου μου κέντρισε το ενδιαφέρον.

Η Άνοιξη έχει κάνει την εμφάνισή της κι αν διαμαρτυρηθεί κανείς για θερμοκρασία και βροχές μπορώ να τον παραπέμψω στο γνωστό πόνημα του Vivaldi για τις αλλαγές που έχουμε εντός της τρίμηνης περιόδου αυτής όσο και στο άρωμα από τα δέντρα σε όλες τις πόλεις της χώρας. Συγχωρήστε με αναγνώστες που κατοικείτε σε χωριό αλλά είστε τόσο τυχεροί που μπορείτε ακόμη να βιώνετε και τις τέσσερις εποχές που σκόπιμα σας αφήνω απ’ έξω. Βλέπετε, στο μυαλό των υπολοίπων οι εποχές είναι οι εξής δυο, ήλιος και βροχή. Έχουμε ήλιο; Α! Θαυμάσια! Καλοκαιρία. Έχουμε βροχή; Κατάρα στη στιγμή!

Αυτές τις εποχές και την προσμονή τους πήρε η Yuki Midorikawa και δημιούργησε ένα υπέροχο manga.

Η Hotaru, ένα εξάχρονο κορίτσι επισκέπτεται τα καλοκαίρια τον τόπο του παππού της και το σπίτι του στο οποίο πια διαμένει ο θείος της. Σε μια από τις εξορμήσεις της περιπλανιέται στο δάσος, η ομορφιά του οποίου την έχει συνεπάρει. Η ιστορίες για τα πνεύματα που κατοικούν στο δάσος αυτό είναι ένας από τους κύριους λόγους για την επίσκεψή της αυτή. Όταν όμως η μικρούλα αποφασίζει να γυρίσει πίσω κάθε μονοπάτι και κάθε πέτρα της φαίνονται ίδια. Χάνεται και κάνει κύκλους ανήμπορη να βρει μια έξοδο. Η απελπισία την κυριεύει και αφού κάτσει καταγής κλαίει γοερά.

horaubi-no-mori-e

Κάπου εκεί την ακούει ο Gin, ένας παράξενος νεαρός που φοράει μια μάσκα γάτας. Προσφέρεται να την οδηγήσει στην έξοδο με την προϋπόθεση ότι δε θα τον αγγίξει ποτέ. Το μικρό κορίτσι βέβαια το μόνο που ακούει είναι «Θα σε οδηγήσω στην έξοδο», που ηχεί σα μελωδία και ορμάει να τον αγκαλιάσει. Αφού ο Gin την αποφεύγει διαρκώς αναγκάζεται να τη χτυπήσει για να μπορέσει να κερδίσει την προσοχή της. Της εξηγεί πως αν κάποιος άνθρωπος τον αγγίξει τότε θα εξαφανιστεί για πάντα. Κατόπιν, παίρνει το ξύλο με το οποίο χτύπησε τη μικρούλα Hotaru, το απλώνει προς το μέρος της και αφού της λέει πως είναι σα να κρατιούνται χέρι-χέρι την οδηγεί στο μονοπάτι για το χωριό.

Η Hotaru από εκείνη την ημέρα τον επισκέπτεται καθημερινώς και μαζί περιπλανώνται στο δάσος μιλώντας και παίζοντας, πάντα σε απόσταση…

Οι μέρες περνούν και ο καιρός της επιστροφής έρχεται μαζί με το Φθινόπωρο. Τα πάντα αλλάζουν το Χειμώνα ενώ η Άνοιξη μοιάζει μόλις σαν το βράδυ της προσμονής πριν την εκδρομή. Όταν πια το καλοκαίρι έρχεται η Hotaru τρέχει να συναντήσει τον Gin που την περιμένει πάντα στο ίδιο σημείο.

Ο κόσμος αλλάζει, οι μέρες περνούν όμως η υπόσχεση πάντα μένει, «Θα τα πούμε το επόμενο Καλοκαίρι» «Θα σε επισκέπτομαι κάθε μέρα».

Και οι συναντήσεις έρχονται και φεύγουν, μαζί και οι εποχές, μα η απόσταση δεν επιτρέπει ούτε ένα τόσο δα άγγιγμα, ανάμεσα στους φίλους που το μόνο που προσμένουν είναι να ξεχυθεί σαν τα ηφαίστεια από μέσα τους αυτό που τόσο δύσκολα μπορείς να επιτρέψεις στον εαυτό σου να αισθανθεί… Ευτυχώς υπάρχει πάντα η προσμονή της Άνοιξης για το Καλοκαίρι της συνάντησης, της εσωτερικής ολοκλήρωσης.