Κύριο χαρακτηριστικό των αρχετυπικών αφηγήσεων, όπως η ιστορία του κατακλυσμού, μια μυθολογική εξιστόρηση που εκτός από τη Παλαιά Διαθήκη, συναντάται στις περισσότερες κουλτούρες του κόσμου, είναι η ικανότητα τους να ελίσσονται και να μεταμορφώνονται, να προσαρμόζονται απηχώντας ανάλογα με τα εκάστοτε πολιτισμικά πλαίσια που τις περιβάλλουν, ολότελα διαφορετικές ιδέες κι αντιλήψεις. Ο ΝΩΕ του Ντάρεν Αρονόφσκι δείχνει να εκμεταλλεύεται την ιδέα αυτή, προκειμένου να οικειοποιηθεί μια κατακτημένη στη κοινή συνείδηση θεματολογία και εν τέλει να την επαναπροσδιορίσει. Δυστυχώς μέσα από τη συγκλονιστική ιστορία του Νώε, ωστόσο ο οραματιστής σκηνοθέτης δείχνει να αποτυγχάνει για πρώτη φορά, καθώς δε μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη διάθεση να δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο (εικόνες οπτικού πλούτου που σίγουρα εκφράζουν μια καλλιτεχνική φωνή κυριαρχούν) και σε μια έντονη αίσθηση αδυναμίας, ένα τρόμο διαχείρισης ενός τόσο φιλόδοξου και πληθωρικού θέματος. Εν τέλει η μεγαλομανία του Αρονόφσκι, αντί να αναδείξει την αναμφίβολη ποιητικότητα του βιβλικού κειμένου, τη καταπνίγει. H αρχική θετική προδιάθεση που νιώθει κανείς, βλέποντας μια λιγότερο ακαδημαϊκή και πιο μεταφορική ανάγνωση της βιβλικής θεματολογίας, σύντομα αντικαθίσταται από εύλογη δυσφορία, απέναντι σε μια παραμυθικής δομής ταινία, κύριο στοιχείο της οποίας είναι η διάχυτη ενοχή και ο φόβος. Αφού ο Αρονόφσκι δεν έχει τη φιλοσοφική συγκρότηση ενός Ταρκόφσκι, όταν αποπειράται να εμπλουτίσει με υπαρξιακής υφής ερωτήματα τη διήγηση του, γίνεται απαράδεκτα υπεραπλουστευτικος και ασυγχώρητα διδακτικός.

Ο ΝΩΕ, ακριβώς όπως και το πρόσφατο GRAVITY του Αλφόνσο Κουαρόν, υποδεικνύει τις εντυπωσιακές δυνατότητες του 3d να πλάθει μεθυστικές εικόνες, σημειώνοντας ωστόσο παράλληλα μια εξόφθαλμα διακριτή αλλοτρίωση ενός δημιουργού που άλλοτε αγαπήθηκε ακριβώς για την ατομική φωνή του. Χωρίς σε καμία περίπτωση να συνιστά κακή ταινία, ο ΝΩΕ (αντιγράφοντας αδίστακτα την αισθητική του Ντελ Τόρο και του Πήτερ Τζακσον, σκηνοθετών δηλαδή αντικειμενικά πολύ πιο ασήμαντων), σηματοδοτεί την σταδιακή έλευση μιας εποχής που ακόμα και το ποιοτικών αξιώσεων σινεμά, δείχνει να βασίζεται περισσότερο στην οπτική φαντασμαγορία, παρά στην διάθεση αποπλάνησης του θεατή μέσω μιας ιστορίας.