Οι πρώτες εικόνες του “Λευκού ελέφαντα’’ του Αργεντινού Πάμπλο Τραπέρο, από τις πιο ισχυρές και υποβλητικές της ταινίας, απεικονίζουν έναν άντρα που καταδιώκεται μέσα σ ένα περιβάλλον που θυμίζει ζούγκλα, ενώ γύρω του κάποια παραστρατιωτική οργάνωση λεηλατεί και σπέρνει το θάνατο σε μια μικρή κοινότητα της Λατινικής Αμερικής. Ήδη από τη μεγάλη σε διάρκεια πρώτη αυτή σεκάνς, ο έμπειρος Τραπέρο εισάγει τον θεατή στο φιλμικό του κοσμώ με απλότητα και αποτελεσματικότητα, υποδεικνύοντας τα βασικά δομικά στοιχεία της ιστορίας που θα αφηγηθεί –τη βια, την καταδίωξη, τον τρόμο και την ανάγκη για λύτρωση. Αλλά και ένα ονειρώδες οπτικό περιβάλλον που πολύ πιο πλούσιο από την υπόλοιπη ταινία, (που διαδραματίζεται σε μια ρεαλιστικά κινηματογραφημένη παραγκουπολη) μέσα από τα υπνωτιστικά πλάνα της λεηλασίας και του ποταμού, λειτουργεί σαφέστατα και ως μια ποιητική αλληγορική προοικονομια των όσων θα ακολουθήσουν. Το ότι ακόμα δε γνωρίζουμε την ταυτότητα ή το ρόλο του έντρομου ήρωα που δείχνει να τρέχει για τη ζωή του, εντείνει τα παραπάνω και προσδίδει καθολικότητα στο φόβο του. Σύντομα θα πληροφορηθούμε ότι είναι ο άντρας είναι ιερέας, και όπως στην πρώτη σκηνή κατατρέχεται από ανθρώπους, στη διάρκεια όλης της ταινίας θα κατατρέχεται από ενοχή. Επειδή έζησε, ενώ η κοινότητα χάθηκε.

Ο νέος Αργεντινικος κινηματογράφος απλός και μινιμαλιστικός, χαρακτηριζεται από μια συνειδητή προσπάθεια αποκοπής από τη συναισθηματική διάχυση,τον αισθησιασμό, τη πληθωρικότητα και το συνεχές παιχνίδι με τα μεγέθη που παραδοσιακά κανεις θα μπορούσε να συνδέσει με τη κουλτούρα της Λατινικής Αμερικής και ιδιαίτερα της πατρίδας του Ταγκο. Μια στροφή σε έναν κοινωνικό προβληματισμό μια απεικόνιση ανθρωποτυπων υπαρκτών και εξαθλιωμένων την αντικαθιστά συστηματικά. Ακόμα και σε αστυνομικές νουάρ ταινίες όπως το “Μυστικό στα Μάτια τους’’, το γραφικό και το έντονο αντικαθίστανται από έναν λυρισμό πιο υπόγειο που κρύβεται πίσω από εικόνες βγαλμένες από τη πραγματικότητα. Η δύναμη ωστόσο του “Λευκού Ελέφαντα’’, δεν βρίσκεται στον κοινωνικό προβληματισμό του-το επιμύθιο “η κοινωνία χρειάζεται την εξαθλίωση και τη συντηρεί’’ φαντάζει προφανές και τετριμμένο όπως και η πίστη στις χριστιανικές αρχές ως αντίπαλο δέος της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Η ομορφιά του έργου πηγάζει από μια ενδεχομένως υποσυνείδητη συμβολιστικη ματιά που ανάγει τους ταραγμένους πρωταγωνιστές και ειδικά τον μελαγχολικό παπά, σε φιγούρες αρχετυπικες.