“Tarkovsky (The Second Stop Is Jupiter)”


The eternal son runs to the mother
She smoothes his brow and bids him
Drink from her well of hammered mist
Too long sweet lad, fog rises from the ground
The falling soot is just the dust of a shimmering gem
The black moon shines on a lake
White as a hand in the dark
She lifts the lamp to see his face
The silver ladle of his throat
The boy, the beast, and the butterfly.

The sea is a morgue, the sea is a morgue, the needle and the gun
These things float in blood that has no name
The telegraph poles are crosses on the line
Rusted pins, not enough saviours to hang
She blesses the road, the robe and the road and the noose of vine
And waits beneath the triangle
Formed by Mercury, an evening star
The fifth planet with its blistering sore
And the soaring eagle above and to the west
The boy, the beast and the butterfly.

She walks across a bridge of magpies
Her hollow tongue fills the brightness with water
And in the wink of an eye
One planet with a glittering womb
One white crow one diamond head
Big as a world, big as a world
The boy, the beast, the butterfly
Hovering
Above the sore, the blistering sore
of the fifth planet
Wait, stop, don’t forget, don’t forget,
How I played with you
How I kissed away your tears
Don’t forget
The white mouth of the son smiles
this beautiful tunnel, a seed, a flight.
Patti Smith-Banga (2012)

O ποιητής Αndrei Tarkovsky παίρνει αφορμή από το ομώνυμο διήγημα τουVladimir Bogomolov(το οποίο δεν εκτιμούσε ιδιαιτέρως σε λογοτεχνικό επίπεδο) για να παραμερίσει τις λέξεις και να βάλει στη θέση τους εικόνες. Η ταινία που, κατά τον ίδιο, τον έφερε στο κατώφλι του σινεμά, για να αφουγκραστεί πώς κάπως έτσι πρέπει να είναι για εκείνον ο κινηματογράφος.

Εδώ τα σύμβολα λιώνουν. Άλλα ρέουν στο αγαπημένο μοτίβο του δημιουργού, το νερό και άλλα σκαλώνουν σε κλαδιά δέντρων και βότσαλα παραλίας. Εδώ σημασία έχει απλώς η αλληλουχία εικόνων που αγκαλιάζει έναν αυθόρμητο συνειρμό, η έκφραση και όχι η κατανόηση. Και η φιλοσοφία ζωής του συμπυκνώνεται στις σκηνές αβίαστα, όπως στο διάλογο: “Ένα βιβλίο τέχνης έχει εικόνες;” “Ένα βιβλίο τέχνης είναι όλο εικόνες”.

Ivan Tarkovsky (2)

Ο Ιβαν κατατάσσεται στον πόλεμο. Είναι 12 χρονών. Η μητέρα του, η Γυναίκα, δεν είναι πουθενά. Μόνο τα ζώα καθρεφτίζουν το βλέμμα του. Από τα χέρια της έφυγε για να νιώσει το κρύο μέταλλο του πολέμου. Με το λόγο τους όλοι οι άντρες τη γεννούν για να του επιστραφεί αυτό το βλέμμα. Όμως η αγωνία του δε φεύγει: είναι ο καθρέφτης, αν υπάρχει, πώς μοιάζει, αν είναι από γυαλί ή από νερό. Kαι έρχονται τα πλάνα να απλώνουν την ψυχή του γύρω του, τραγουδούν τη γη, γίνονται εκείνα η μάνα του, τον προστατεύουν από τον πόλεμο.

Ο Ιβάν είναι ένα ενήλικο παιδί. Που ξέρει ότι όπου κι αν πάει τα αστέρια έχουν ένα βλέμμα γι αυτόν και του δίνουν ένα λευκό χαρτί για να μεγαλώσει τον εαυτό του. Η “παιδική ηλικία” είναι ένα λευκό ειρωνικό μειδίαμα.

Να κοιτάς ένα μήλο που έχει κρεμασμένη την πτώση επάνω του είναι πιο εύκολο από το να κοιτάς κάποιον που αγαπάς. Δε θα το αποφύγει. Η σκιά του θα μικρύνει τόσο, μέχρι ένα κορίτσι να την κλείσει στο χέρι της. Αυτό είναι το δώρο που μπορεί να της χαρίσει. Η νεόητά του έχει προφυλαχτεί.