Gray Room

Although you sit in a room that is gray,
Except for the silver
Of the straw-paper,
And pick
At your pale white gown;
Or lift one of the green beads
Of your necklace,
To let it fall;
Or gaze at your green fan
Printed with the red branches of a red willow;
Or, with one finger,
Move the leaf in the bowl–
The leaf that has fallen from the branches of the forsythia
Beside you…
What is all this?
I know how furiously your heart is beating.

Wallace Stevens

Ίσως ποτέ άλλοτε η κακοποίηση να μην ήρθε τόσο κοντά με την ποίηση, όσο στον κόσμο αυτού του φιλμ. Πέρα από την τριλογία του που μυρίζει φως (Αυγό, Μέλι, Γάλα) ο Semih Kaplanoglu σε αυτή την ταινία του 2005 βουτά στο σκοτάδι μίας κόρης που μεγαλώνει στη σκιά της βίας από τον πατέρα της. Παραδίδει, έτσι, ένα από τα πιο ιδιαίτερα εικαστικά αλλά και στο σύνολό τους έργα, που μέσα στη σιωπή τους κραυγάζουν από την αρχή ως το τέλος

Η Zeynep φροντίζει και καθαρίζει τα δωμάτια ενός ξενοδοχείου. Το δικό της δωμάτιο δεν μπορεί όμως να καθαριστεί όσο κι αν εκείνη προσπαθήσει. Λέρωνε από μάτια. Μένει με τον πατέρα της που δε σταματά να της κάνει κακό. Τα χέρια του χαράζουν δρόμους πάνω της, μόνο και μόνο για να είναι σίγουρος ότι εκείνη δε θα τους περπατήσει ποτέ. Η μητέρα της υπάρχει μόνο ως φάντασμα που γέννησε έναν Άγγελο. Όμως, από την αρχή της γέννησής του αυτός ο Άγγελος κοιτούσε το δάπεδο, έκπτωτος εκ γενετής.

Έκπτωτος Άγγελος (2)

Η κοπέλα δε μιλά. Μόνος σκοπός της ζωής της είναι να καταφέρει να αλλάξει ρούχα. Έστω κι αν τα ρούχα που θα φορέσει είναι εκείνα μίας νεκρής, ποτισμένα με τις τύψεις ενός άλλου άντρα, σε ένα παράλληλο σύμπαν που δεν την αφορά. Τελικά το νιώθει πως δεν υπάρχει σκοπός, παρά μόνο γύμνια.

Σε αυτό το σπίτι εκείνη κινείται μόνο όταν εκείνος δεν είναι εκεί. Κλαίει χωρίς δάκρυα, αλλά με ήχο. Ένας Άντρας ακούει τον ήχο να πέφτει στο κενό και αποφασίζει να θυσιαστεί. Γίνεται το όχημα για να ανέβει πάνω του η κόρη και να κλείσει τα μάτια του πατέρα της με κόκκινα χέρια.

 Το φιλμ παίζει με την έννοια του εγκλωβιστικού χώρου. Η κοπέλα μεταφέρει τη βαλίτσα της από τον ένα χώρο στον άλλον μήπως και βρει πού χωρά και η κάμερα της ανοιγοκλείνει τα φώτα και της δίνει προστατευτικά όρια, σε κάδρα καθρέφτες της ψυχής της. Πιο μετά, γίνεται απρόσμενα μια βαλίτσα. Γίνεται χώρος μήπως και ξεχάσει το χρόνο. Το μέσα και το έξω δε χωρίζονται παρά από ένα κλείσιμο ματιού. Ο χώρος που την εγκλώβιζε δεν ήταν έξω αλλά μέσα της. Ο Άντρας άνοιξε τα φύλλα των παραθύρων κι εκείνη ένιωσε λίγο πιο ελεύθερη πριν πέσει, μήπως νιώσει την ανάσα του πατώματος για άλλη μια φορά.

Η βαλίτσα της είναι ένα ματωμένο παιδί χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Και το μόνο για το οποίο έχει εκείνη δύναμη είναι να το ταϊσει με το αίμα τους.